συνεχίζω  Verb  [sinechizo, synexizw]

Ähnliche Bedeutung wie συνεχίζω


Beispielsätze συνεχίζω

... αμφισβήτησης όταν παρουσιάστηκαν στη Βιέννη του 19ου αιώνα. Ωστόσο και σήμερα συνεχίζουν να εγείρουν έντονο προβληματισμό και αντιπαραθέσεις. Η επίδραση του Φρόυντ ...

... ουδετερότητα και την ανεξαρτησία της. Οι διπλωματικές εξελίξεις στη Ζυρίχη συνεχίζονταν χωρίς όμως κάποιο συγκεκριμένο αποτέλεσμα, αφού τα ομόσπονδα κράτη της ...

... του Γλα και εγκαταλείπεται. Στην Τίρυνθα, τις Μυκήνες και την Αθήνα συνεχίζεται η ζωή, στις αρχές της ΥΕ ΙΙΙΒ2 όμως προστίθενται ολόκληρες πτέρυγες στους ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze fortfahren mit

... Antwort 234. Bleibt diese Antwort aus, kann der Client unverschlüsselt fortfahren. Ist auf dem Kontrollkanal zu TLS gewechselt, kann der Client zusätzlich ...

... Die Kontinuität (von lat. continuare, deutsch fortfahren, fortsetzen, (zusammenhängend) weiterführen) bezeichnet: im Allgemeinen, im Sinne von ununterbrochene ...

... einer Hand bereits vollständig fehlen, würde man mit dem kleinen Finger der anderen Hand fortfahren. Manchmal wird einem ehemaligen Yakuza bei Austritt ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΥΝΕΧΙΖΩ
teleiono">I continue
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συνεχίζωσυνεχίζουμε, συνεχίζομεσυνεχίζομαισυνεχιζόμαστε
συνεχίζειςσυνεχίζετεσυνεχίζεσαισυνεχίζεστε, συνεχιζόσαστε
συνεχίζεισυνεχίζουν(ε)συνεχίζεταισυνεχίζονται
Imper
fekt
συνέχιζασυνεχίζαμεσυνεχιζόμουν(α)συνεχιζόμαστε, συνεχιζόμασταν
συνέχιζεςσυνεχίζατεσυνεχιζόσουν(α)συνεχιζόσαστε, συνεχιζόσασταν
συνέχιζεσυνέχιζαν, συνεχίζαν(ε)συνεχιζόταν(ε)συνεχίζονταν, συνεχιζόντανε, συνεχιζόντουσαν
Aoristσυνέχισασυνεχίσαμεσυνεχίστηκασυνεχιστήκαμε
συνέχισεςσυνεχίσατεσυνεχίστηκεςσυνεχιστήκατε
συνέχισεσυνέχισαν, συνεχίσαν(ε)συνεχίστηκεσυνεχίστηκαν, συνεχιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω συνεχίσειέχουμε συνεχίσειέχω συνεχιστείέχουμε συνεχιστεί
έχεις συνεχίσειέχετε συνεχίσειέχεις συνεχιστείέχετε συνεχιστεί
έχει συνεχίσειέχουν συνεχίσειέχει συνεχιστείέχουν συνεχιστεί
Plu
per
fect
είχα συνεχίσειείχαμε συνεχίσειείχα συνεχιστείείχαμε συνεχιστεί
είχες συνεχίσειείχατε συνεχίσειείχες συνεχιστείείχατε συνεχιστεί
είχε συνεχίσειείχαν συνεχίσειείχε συνεχιστείείχαν συνεχιστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συνεχίζωθα συνεχίζουμε, θα συνεχίζομεθα συνεχίζομαιθα συνεχιζόμαστε
θα συνεχίζειςθα συνεχίζετεθα συνεχίζεσαιθα συνεχίζεστε, θα συνεχιζόσαστε
θα συνεχίζειθα συνεχίζουν(ε)θα συνεχίζεταιθα συνεχίζονται
Fut
ur
θα συνεχίσωθα συνεχίσουμε, θα συνεχίζομεθα συνεχιστώθα συνεχιστούμε
θα συνεχίσειςθα συνεχίσετεθα συνεχιστείςθα συνεχιστείτε
θα συνεχίσειθα συνεχίσουν(ε)θα συνεχιστείθα συνεχιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συνεχίσειθα έχουμε συνεχίσειθα έχω συνεχιστείθα έχουμε συνεχιστεί
θα έχεις συνεχίσειθα έχετε συνεχίσειθα έχεις συνεχιστείθα έχετε συνεχιστεί
θα έχει συνεχίσειθα έχουν συνεχίσειθα έχει συνεχιστείθα έχουν συνεχιστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συνεχίζωνα συνεχίζουμε, να συνεχίζομενα συνεχίζομαινα συνεχιζόμαστε
να συνεχίζειςνα συνεχίζετενα συνεχίζεσαινα συνεχίζεστε, να συνεχιζόσαστε
να συνεχίζεινα συνεχίζουν(ε)να συνεχίζεταινα συνεχίζονται
Aoristνα συνεχίσωνα συνεχίσουμε, να συνεχίσομενα συνεχιστώνα συνεχιστούμε
να συνεχίσειςνα συνεχίσετενα συνεχιστείςνα συνεχιστείτε
να συνεχίσεινα συνεχίσουν(ε)να συνεχιστείνα συνεχιστούν(ε)
Perfνα έχω συνεχίσεινα έχουμε συνεχίσεινα έχω συνεχιστείνα έχουμε συνεχιστεί
να έχεις συνεχίσεινα έχετε συνεχίσεινα έχεις συνεχιστείνα έχετε συνεχιστεί
να έχει συνεχίσεινα έχουν συνεχίσεινα έχει συνεχιστείνα έχουν συνεχιστεί
Imper
ativ
Presσυνέχιζεσυνεχίζετεσυνεχίζεστε
Aoristσυνέχισεσυνεχίστεσυνεχίσουσυνεχιστείτε
Part
izip
Presσυνεχίζονταςσυνεχιζόμενος
Perfέχοντας συνεχίσει
InfinAoristσυνεχίσεισυνεχιστεί












Griechische Definition zu συνεχίζω

συνεχίζω [sinexízo] -ομαι : ANT διακόπτω. 1α. εξακολουθώ να κάνω κτ. ή να βρίσκομαι σε μια κατάσταση χωρίς διακοπή ή επαναλαμβάνω κτ. ύστερα από κάποια διακοπή: Συνεχίζει να εργάζεται / να πονάει. Συνεχίζονται οι αντιδράσεις. Διέκοψε τις σπουδές του αλλά σκέπτεται να τις συνεχίσει. Άφησέ με να συνεχίσω και μη με διακόπτεις. || επιμένω σε μια συνήθεια, σε μια τακτική: Aν συνεχίσει έτσι, δε θα έχει καλό τέλος. Παρ΄ όλες τις συμβουλές μου αυτός συνεχίζει. β. για φυσικό φαινόμενο ή για σωματική αντίδραση που δεν παρουσιάζει κάποια μεταβολή: Συνεχίζεται / συνεχίζει το κρύο / ο πόνος / ο πυρετός. H συνεχιζόμενη κακοκαιρία δημιουργεί πολλά προβλήματα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συνεχίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15