συγχέω  Verb  [sigcheo, sircheo, sygxew]

Ähnliche Bedeutung wie συγχέω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze συγχέω

... Πάντοτε συγχέω αυτά τα δύο ονόματα. ...

Quelle: glavkos


Beispielsätze verwechseln

... Alle verwechseln mich mit meinem Bruder. ...

... "Wortgewalt" ist nicht zu verwechseln mit "Beleidigung". ...

... Englischlernende verwechseln oft die Wörter 'lie' und 'lay'. ...

Quelle: jakov, BraveSentry, jakov

Grammatik



ΣΥΓΧΕΩ
I confuse
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συγχέω, xino">χύνωσυγχέουμε, συγχέομεσυγχέομαισυγχεόμαστε
συγχέειςσυγχέετεσυγχέεσαισυγχέεστε, συγχεόσαστε
συγχέεισυγχέουν(ε)συγχέεταισυγχέονται
Imper
fekt
συνέχεασυγχέαμεσυγχεόμουν(α)συγχεόμαστε
συνέχεεςσυγχέατεσυγχεόσουν(α)συγχεόσαστε
συνέχεεσυνέχεαν, συγχέαν(ε)συγχεόταν(ε)συγχέονταν
Aoristσυνέχυσασυγχύσαμεσυγχύθηκασυγχυθήκαμε
συνέχυσεςσυγχύσατεσυγχύθηκεςσυγχυθήκατε
συνέχυσεσυνέχυσαν, συγχύσαν(ε)συγχύθηκεσυγχύθηκαν, συγχυθήκαν(ε)
Per
fect
έχω συγχύσει
έχω συγκεχυμένο
έχουμε συγχύσει
έχουμε συγκεχυμένο
έχω συγχυθεί
είμαι συγκεχυμένος, -η
έχουμε συγχυθεί
είμαστε συγκεχυμένοι, -ες
έχεις συγχύσει
έχεις συγκεχυμένο
έχετε συγχύσει
έχετε συγκεχυμένο
έχεις συγχυθεί
είσαι συγκεχυμένος, -η
έχετε συγχυθεί
είστε συγκεχυμένοι, -ες
έχει συγχύσει
έχει συγκεχυμένο
έχουν συγχύσει
έχουν συγκεχυμένο
έχει συγχυθεί
είναι συγκεχυμένος, -η, -ο
έχουν συγχυθεί
είναι συγκεχυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα συγχύσει
είχα συγκεχυμένο
είχαμε συγχύσει
είχαμε συγκεχυμένο
είχα συγχυθεί
ήμουν συγκεχυμένος, -η
είχαμε συγχυθεί
ήμαστε συγκεχυμένοι, -ες
είχες συγχύσει
είχες συγκεχυμένο
είχατε συγχύσει
είχατε συγκεχυμένο
είχες συγχυθεί
ήσουν συγκεχυμένος, -η
είχατε συγχυθεί
ήσαστε συγκεχυμένοι, -ες
είχε συγχύσει
είχε συγκεχυμένο
είχαν συγχύσει
είχαν συγκεχυμένο
είχε συγχυθεί
ήταν συγκεχυμένος, -η, -ο
είχαν συγχυθεί
ήταν συγκεχυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συγχέωθα συγχέουμεθα συγχέομαιθα συγχεόμαστε
θα συγχέειςθα συγχέετεθα συγχέεσαιθα συγχέεστε, θα συγχεόσαστε
θα συγχέειθα συγχέουνθα συγχέεταιθα συγχέονται
Fut
ur
θα συγχύσωθα συγχύσουμεθα συγχυθώθα συγχυθούμε
θα συγχύσειςθα συγχύσετεθα συγχυθείςθα συγχυθείτε
θα συγχύσειθα συγχύσουνθα συγχυθείθα συγχυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συγχύσει
θα έχω συγκεχυμένο
θα έχουμε συγχύσει
θα έχουμε συγκεχυμένο
θα έχω συγχυθεί
θα είμαι συγκεχυμένος, -η
θα έχουμε συγχυθεί
θα είμαστε συγκεχυμένοι, -ες
θα έχεις συγχύσει
θα έχεις συγκεχυμένο
θα έχετε συγχύσει
θα έχετε συγκεχυμένο
θα έχεις συγχυθεί
θα είσαι συγκεχυμένος, -η
θα έχετε συγχυθεί
θα είστε συγκεχυμένοι, -ες
θα έχει συγχύσει
θα έχει συγκεχυμένο
θα έχουν συγχύσει
θα έχουν συγκεχυμένο
θα έχει συγχυθεί
θα είναι συγκεχυμένος, -η, -ο
θα έχουν συγχυθεί
θα είναι συγκεχυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συγχέωνα συγχέουμενα συγχέομαινα συγχεόμαστε
να συγχέειςνα συγχέετενα συγχέεσαινα συγχέεστε, να συγχεόσαστε
να συγχέεινα συγχέουννα συγχέεταινα συγχέονται
Aoristνα συγχύσωνα συγχύσουμενα συγχυθώνα συγχυθούμε
να συγχύσειςνα συγχύσετενα συγχυθείςνα συγχυθείτε
να συγχύσεινα συγχύσουννα συγχυθείνα συγχυθούν(ε)
Perfνα έχω συγχύσει
να έχω συγκεχυμένο
να έχουμε συγχύσει
να έχουμε συγκεχυμένο
να έχω συγχυθεί
να είμαι συγκεχυμένος, -η
να έχουμε συγχυθεί
να είμαστε συγκεχυμένοι, -ες
να έχεις συγχύσει
να έχεις συγκεχυμένο
να έχετε συγχύσει
να έχετε συγκεχυμένο
να έχεις συγχυθεί
να είσαι συγκεχυμένος, -η
να έχετε συγχυθεί
να είστε συγκεχυμένοι, -ες
να έχει συγχύσει
να έχει συγκεχυμένο
να έχουν συγχύσει
να έχουν συγκεχυμένο
να έχει συγχυθεί
να είναι συγκεχυμένος, -η, -ο
να έχουν συγχυθεί
να είναι συγκεχυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσυγχέεσυγχέετεσυγχέεστε
Aoristσυγχύσεσυγχύσετε, συγχύστεσυγχύσουσυγχυθείτε
Part
izip
Presσυγχέονταςσυγχεόμενος
Perfέχοντας συγχύσει, έχοντας συγκεχυμένο(συγκεχυμένος, -η, -ο)(συγκεχυμένοι, -ες, -α)
InfinAoristσυγχύσεισυγχυθεί






Griechische Definition zu συγχέω

συγχέω [sinxéo] -ομαι Ρ (συνήθ. στο ενεστ. θ.) πρτ. συνέχεα, αόρ. σύγχυσα, απαρέμφ. συγχύσει, παθ. αόρ. συγχύθηκα, απαρέμφ. συγχυθεί, μππ. συγκεχυμένος* : δεν έχω σαφή εικόνα ή αντίληψη για κπ. ή για κτ. και δεν μπορώ να τον διακρίνω από κπ. άλλον ή από κτ. άλλο που είναι συναφές, τον / το μπερδεύω με κπ. ή με κτ. άλλο: Tον συγχέω με τον αδελφό του, γιατί μοιάζουν πολύ. Δεν έχω καλή μνήμη, συγχέω εύκολα ονόματα και χρονολογίες. Συχνά συγχέεται η σημασία των λέξεων. Mη συγχέεις τα πράγματα, αλλιώς αντιμετωπίζεται η μία κατάσταση και αλλιώς η άλλη. || δεν μπορώ να διακρίνω το υλικό ή νοητό σημείο όπου τελειώνει κτ. και αρχίζει κτ. άλλο: Στο όνειρο συγχέονται τα όρια του πραγματικού και του φανταστικού.

[λόγ. < αρχ. συγχέω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συγχέω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15