στενοχωρώ  Verb  [stenochoro, stenoxwrw]

Ähnliche Bedeutung wie στενοχωρώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze στενοχωρώ

... Ι. Αδαμαντίου φαίνεται να παράγεται εκ των αρχαίων ρημάτων "ειλέω" (=στενοχωρώ, πιέζω κλπ) και του "θύω" (=στενάζω με ορμή, τρελαίνομαι). Κατά την αρχαία ...

... κάποιον Δαλμάτιο, λόγω των ανωμαλιών της εποχής, έτσι ο Πρόκλος, χωρίς να στενοχωρηθεί, παρέμεινε στην Κωνσταντινούπολη, όπου κήρυττε. Διακρινόταν για την αγιότητα ...

... Μπεϊχάν Σουλτάνα. Υπάρχουν εικασίες ότι η Χατιτζέ αυτοκτόνησε από την στενοχώρια της για την εκτέλεση του συζύγου της Ιμπραήμ Πασά. Peirce, Leslie P ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze bekümmern

... leuchtete dem Manne ein; um die schöne Natur schien er sich nicht zu bekümmern, dazu ist die dortige Menschheit zu tief gesunken. Er versprach darauf ...

... die Lehren ertheilte: sich weder um die Vergangenheit noch Zukunft zu bekümmern, sich nur mit den Reizen zu beschäftigen, die der Augenblick bietet: das ...

... lieber ist als der volle, um dessen richtigen Eingang er sich dann zu bekümmern hätte.“Der Vorteil dieses Vorgehens lag in den Rentenbriefen, die den ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΤΕΝΟΧΩΡΩ
I upset
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
stenaxorao">στενοχωρώ, στεναχωρώστενοχωρούμε, στεναχωρούμεστενοχωρούμαιστενοχωρούμαστε
στενοχωρείς, στεναχωρείςστενοχωρείτε, στεναχωρείτεστενοχωρείσαιστενοχωρείστε
στενοχωρεί, στεναχωρείστενοχωρούν(ε), στεναχωρούν(ε)στενοχωρείταιστενοχωρούνται
Imper
fekt
στενοχωρούσα, στεναχωρούσαστενοχωρούσαμε, στεναχωρούσαμεστενοχωρούμουνστενοχωρούμαστε
στενοχωρούσες, στεναχωρούσεςστενοχωρούσατε, στεναχωρούσατε
στενοχωρούσε, στεναχωρούσεστενοχωρούσαν(ε), στεναχωρούσαν(ε)στενοχωρούνταν, στενοχωρείτοστενοχωρούνταν, στενοχωρούντο
Aoristστενοχώρησα, στεναχώρησαστενοχωρήσαμε, στεναχωρήσαμεστενοχωρήθηκαστενοχωρηθήκαμε
στενοχώρησες, στεναχώρησεςστενοχωρήσατε, στεναχωρήσατεστενοχωρήθηκεςστενοχωρηθήκατε
στενοχώρησε, στεναχώρησεστενοχώρησαν, στενοχωρήσαν(ε), στεναχώρησαν, στεναχωρήσαν(ε)στενοχωρήθηκεστενοχωρήθηκαν, στενοχωρηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω στενοχωρήσει
έχω στενοχωρημένο
έχουμε στενοχωρήσει
έχουμε στενοχωρημένο
έχω στενοχωρηθεί
είμαι στενοχωρημένος, -η
έχουμε στενοχωρηθεί
είμαστε στενοχωρημένοι, -ες
έχεις στενοχωρήσει
έχεις στενοχωρημένο
έχετε στενοχωρήσει
έχετε στενοχωρημένο
έχεις στενοχωρηθεί
είσαι στενοχωρημένος, -η
έχετε στενοχωρηθεί
είστε στενοχωρημένοι, -ες
έχει στενοχωρήσει
έχει στενοχωρημένο
έχουν στενοχωρήσει
έχουν στενοχωρημένο
έχει στενοχωρηθεί
είναι στενοχωρημένος, -η, -ο
έχουν στενοχωρηθεί
είναι στενοχωρημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα στενοχωρήσει
είχα στενοχωρημένο
είχαμε στενοχωρήσει
είχαμε στενοχωρημένο
είχα στενοχωρηθεί
ήμουν στενοχωρημένος, -η
είχαμε στενοχωρηθεί
ήμαστε στενοχωρημένοι, -ες
είχες στενοχωρήσει
είχες στενοχωρημένο
είχατε στενοχωρήσει
είχατε στενοχωρημένο
είχες στενοχωρηθεί
ήσουν στενοχωρημένος, -η
είχατε στενοχωρηθεί
ήσαστε στενοχωρημένοι, -ες
είχε στενοχωρήσει
είχε στενοχωρημένο
είχαν στενοχωρήσει
είχαν στενοχωρημένο
είχε στενοχωρηθεί
ήταν στενοχωρημένος, -η, -ο
είχαν στενοχωρηθεί
ήταν στενοχωρημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στενοχωρώθα στενοχωρούμεθα στενοχωρούμαιθα στενοχωρούμαστε
θα στενοχωρείςθα στενοχωρείτεθα στενοχωρείσαιθα στενοχωρείστε
θα στενοχωρείθα στενοχωρούν(ε)θα στενοχωρείταιθα στενοχωρούνται
Fut
ur
θα στενοχωρήσωθα στενοχωρήσουμεθα στενοχωρηθώθα στενοχωρηθούμε
θα στενοχωρήσειςθα στενοχωρήσετεθα στενοχωρηθείςθα στενοχωρηθείτε
θα στενοχωρήσειθα στενοχωρήσουν(ε)θα στενοχωρηθείθα στενοχωρηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στενοχωρήσει
θα έχω στενοχωρημένο
θα έχουμε στενοχωρήσει
θα έχουμε στενοχωρημένο
θα έχω στενοχωρηθεί
θα είμαι στενοχωρημένος, -η
θα έχουμε στενοχωρηθεί
θα είμαστε στενοχωρημένοι, -ες
θα έχεις στενοχωρήσει
θα έχεις στενοχωρημένο
θα έχετε στενοχωρήσει
θα έχετε στενοχωρημένο
θα έχεις στενοχωρηθεί
θα είσαι στενοχωρημένος, -η
θα έχετε στενοχωρηθεί
θα είστε στενοχωρημένοι, -η
θα έχει στενοχωρήσει
θα έχει στενοχωρημένο
θα έχουν στενοχωρήσει
θα έχουν στενοχωρημένο
θα έχει στενοχωρηθεί
θα είναι στενοχωρημένος, -η, -ο
θα έχουν στενοχωρηθεί
θα είναι στενοχωρημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στενοχωρώνα στενοχωρούμενα στενοχωρούμαινα στενοχωρούμαστε
να στενοχωρείςνα στενοχωρείτενα στενοχωρείσαινα στενοχωρείστε
να στενοχωρείνα στενοχωρούν(ε)να στενοχωρείταινα στενοχωρούνται
Aoristνα στενοχωρήσωνα στενοχωρήσουμε, να στενοχωρήσομενα στενοχωρηθώνα στενοχωρηθούμε
να στενοχωρήσειςνα στενοχωρήσετενα στενοχωρηθείςνα στενοχωρηθείτε
να στενοχωρήσεινα στενοχωρήσουν(ε)να στενοχωρηθείνα στενοχωρηθούν(ε)
Perfνα έχω στενοχωρήσει
να έχω στενοχωρημένο
να έχουμε στενοχωρήσει
να έχουμε στενοχωρημένο
να έχω στενοχωρηθεί
να είμαι στενοχωρημένος, -η
να έχουμε στενοχωρηθεί
να είμαστε στενοχωρημένοι, -ες
να έχεις στενοχωρήσει
να έχεις στενοχωρημένο
να έχετε στενοχωρήσει
να έχετε στενοχωρημένο
να έχεις στενοχωρηθεί
να είσαι στενοχωρημένος, -η
να έχετε στενοχωρηθεί
να είστε στενοχωρημένοι, -ες
να έχει στενοχωρήσει
να έχει στενοχωρημένο
να έχουν στενοχωρήσει
να έχουν στενοχωρημένο
να έχει στενοχωρηθεί
να είναι στενοχωρημένος, -η, -ο
να έχουν στενοχωρηθεί
να είναι στενοχωρημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presστενοχωρείτεστενοχωρείστε
Aoristστενοχώρησεστενοχωρήστε, στενοχωρήσετεστενοχωρήσουστενοχωρηθείτε
Part
izip
Presστενοχωρώνταςστενοχωρούμενος
Perfέχοντας στενοχωρήσει, έχοντας στενοχωρημένοστενοχωρημένος, -η, -οστενοχωρημένοι, -ες, -α
InfinAoristστενοχωρήσειστενοχωρηθεί






Griechische Definition zu στενοχωρώ

στενοχωρώ [stenoxoró] -ιέμαι .9β αόρ. και στεναχώρεσα, απαρέμφ. και στεναχωρέσει, παθ. αόρ. και στεναχωρέθηκα, απαρέμφ. και στεναχωρεθεί, μππ. στεναχωρημένος και στεναχωρεμένος : 1. προκαλώ σε κπ. στενοχώρια, τον κάνω να λυπάται: H πρώτη του αποτυχία τον στενοχώρησε πολύ αλλά δεν τον απογοήτευσε. || (παθ.) αισθάνομαι στενοχώρια, είμαι στενοχωρημένος: Στενοχωρήθηκε, όταν έμαθε τα δυσάρεστα νέα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu στενοχωρώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15