σκοτίζω Verb  [skotizo, skotizw]

  Verb
(0)

Etymologie zu σκοτίζω

σκοτίζω Koine-Griechisch σκοτίζω


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter
Deutsche Synonyme
stören

Grammatik

Grammatik zu σκοτίζω


AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σκοτίζωσκοτίζουμε, σκοτίζομεσκοτίζομαισκοτιζόμαστε
σκοτίζειςσκοτίζετεσκοτίζεσαισκοτίζεστε, σκοτιζόσαστε
σκοτίζεισκοτίζουν(ε)σκοτίζεταισκοτίζονται
Imper
fekt
σκότιζασκοτίζαμεσκοτιζόμουν(α)σκοτιζόμαστε, σκοτιζόμασταν
σκότιζεςσκοτίζατεσκοτιζόσουν(α)σκοτιζόσαστε, σκοτιζόσασταν
σκότιζεσκότιζαν, σκοτίζαν(ε)σκοτιζόταν(ε)σκοτίζονταν, σκοτιζόντανε, σκοτιζόντουσαν
Aoristσκότισασκοτίσαμεσκοτίστηκασκοτιστήκαμε
σκότισεςσκοτίσατεσκοτίστηκεςσκοτιστήκατε
σκότισεσκότισαν, σκοτίσαν(ε)σκοτίστηκεσκοτίστηκαν, σκοτιστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω σκοτίσει
έχω σκοτισμένο
έχουμε σκοτίσει
έχουμε σκοτισμένο
έχω σκοτιστεί
είμαι σκοτισμένος, -η
έχουμε σκοτιστεί
είμαστε σκοτισμένοι, -ες
έχεις σκοτίσει
έχεις σκοτισμένο
έχετε σκοτίσει
έχετε σκοτισμένο
έχεις σκοτιστεί
είσαι σκοτισμένος, -η
έχετε σκοτιστεί
είστε σκοτισμένοι, -ες
έχει σκοτίσει
έχει σκοτισμένο
έχουν σκοτίσει
έχουν σκοτισμένο
έχει σκοτιστεί
είναι σκοτισμένος, -η, -ο
έχουν σκοτιστεί
είναι σκοτισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα σκοτίσει
είχα σκοτισμένο
είχαμε σκοτίσει
είχαμε σκοτισμένο
είχα σκοτιστεί
ήμουν σκοτισμένος, -η
είχαμε σκοτιστεί
ήμαστε σκοτισμένοι, -ες
είχες σκοτίσει
είχες σκοτισμένο
είχατε σκοτίσει
είχατε σκοτισμένο
είχες σκοτιστεί
ήσουν σκοτισμένος, -η
είχατε σκοτιστεί
ήσαστε σκοτισμένοι, -ες
είχε σκοτίσει
είχε σκοτισμένο
είχαν σκοτίσει
είχαν σκοτισμένο
είχε σκοτιστεί
ήταν σκοτισμένος, -η, -ο
είχαν σκοτιστεί
ήταν σκοτισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σκοτίζωθα σκοτίζουμε,
θα σκοτίζομε
θα σκοτίζομαιθα σκοτιζόμαστε
θα σκοτίζειςθα σκοτίζετεθα σκοτίζεσαιθα σκοτίζεστε,
θα σκοτιζόσαστε
θα σκοτίζειθα σκοτίζουν(ε)θα σκοτίζεταιθα σκοτίζονται
Fut
ur
θα σκοτίσωθα σκοτίσουμε,
θα σκοτίζομε
θα σκοτιστώθα σκοτιστούμε
θα σκοτίσειςθα σκοτίσετεθα σκοτιστείςθα σκοτιστείτε
θα σκοτίσειθα σκοτίσουν(ε)θα σκοτιστείθα σκοτιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σκοτίσει
θα έχω σκοτισμένο
θα έχουμε σκοτίσει
θα έχουμε σκοτισμένο
θα έχω σκοτιστεί
θα είμαι σκοτισμένος, -η
θα έχουμε σκοτιστεί
θα είμαστε σκοτισμένοι, -ες
θα έχεις σκοτίσει
θα έχεις σκοτισμένο
θα έχετε σκοτίσει
θα έχετε σκοτισμένο
θα έχεις σκοτιστεί
θα είσαι σκοτισμένος, -η
θα έχετε σκοτιστεί
θα είστε σκοτισμένοι, -ες
θα έχει σκοτίσει
θα έχει σκοτισμένο
θα έχουν σκοτίσει
θα έχουν σκοτισμένο
θα έχει σκοτιστεί
θα είναι σκοτισμένος, -η, -ο
θα έχουν σκοτιστεί
θα είναι σκοτισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σκοτίζωνα σκοτίζουμε,
να σκοτίζομε
να σκοτίζομαινα σκοτιζόμαστε
να σκοτίζειςνα σκοτίζετενα σκοτίζεσαινα σκοτίζεστε,
να σκοτιζόσαστε
να σκοτίζεινα σκοτίζουν(ε)να σκοτίζεταινα σκοτίζονται
Aoristνα σκοτίσωνα σκοτίσουμε,
να σκοτίσομε
να σκοτιστώνα σκοτιστούμε
να σκοτίσειςνα σκοτίσετενα σκοτιστείςνα σκοτιστείτε
να σκοτίσεινα σκοτίσουν(ε)να σκοτιστείνα σκοτιστούν(ε)
Perfνα έχω σκοτίσει
να έχω σκοτισμένο
να έχουμε σκοτίσει
να έχουμε σκοτισμένο
να έχω σκοτιστεί
να είμαι σκοτισμένος, -η
να έχουμε σκοτιστεί
να είμαστε σκοτισμένοι, -ες
να έχεις σκοτίσει
να έχεις σκοτισμένο
να έχετε σκοτίσει
να έχετε σκοτισμένο
να έχεις σκοτιστεί
να είσαι σκοτισμένος, -η
να έχετε σκοτιστεί
να είστε σκοτισμένοι, -ες
να έχει σκοτίσει
να έχει σκοτισμένο
να έχουν σκοτίσει
να έχουν σκοτισμένο
να έχει σκοτιστεί
να είναι σκοτισμένος, -η, -ο
να έχουν σκοτιστεί
να είναι σκοτισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσκότιζεσκοτίζετεσκοτίζεστε
Aoristσκότισεσκοτίστεσκοτίσουσκοτιστείτε
Part
izip
Presσκοτίζονταςσκοτιζόμενος
Perfέχοντας σκοτίσει
έχοντας σκοτισμένο
σκοτισμένος, -η, -οσκοτισμένοι, -ες, -α
InfinAoristσκοτίσεισκοτιστεί





Griechische Definition zu σκοτίζω

σκοτίζω [skotízo] -ομαι : 1. παρενοχλώ, ζαλίζω κπ. με μικροπροβλήματα και έγνοιες που δεν έχει καμιά διάθεση να ακούσει: Mας σκότισες με τα οικογενειακά σου! Ουφ! με σκότισες πια! [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback