σκοπεύω  Verb  [skopevo, skopeyw]

Ähnliche Bedeutung wie σκοπεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σκοπεύω

... Δε σκοπεύω να χάσω. ...

Quelle: musiclover


Beispielsätze zielen auf

... Wir zielen auf die Tauben. ...

... Sie sind jedoch inhaltlich an den Glauben der Kirche gebunden, den sie explizieren, und zielen auf den Konsens des Gottesvolks. Die Dogmatik unterscheidet ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΚΟΠΕΥΩ
I aim
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σκοπεύωσκοπεύουμε, σκοπεύομε
σκοπεύειςσκοπεύετε
σκοπεύεισκοπεύουν(ε)
Imper
fekt
σκόπευασκοπεύαμε
σκόπευεςσκοπεύατε
σκόπευεσκοπευαν, σκοπεύαν(ε)
Aoristσκόπευσασκοπεύσαμε
σκόπευσεςσκοπεύσατε
σκόπευσεσκοπευσαν, σκοπεύσαν(ε)
Per
fect
έχω σκοπεύσειέχουμε σκοπεύσει
έχεις σκοπεύσειέχετε σκοπεύσει
έχει σκοπεύσειέχουν σκοπεύσει
Plu
per
fect
είχα σκοπεύσειείχαμε σκοπεύσει
είχες σκοπεύσειείχατε σκοπεύσει
είχε σκοπεύσειείχαν σκοπεύσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σκοπεύωθα σκοπεύουμε, θα σκοπεύομε
θα σκοπεύειςθα σκοπεύετε
θα σκοπεύειθα σκοπεύουν(ε)
Fut
ur
θα σκοπεύσωθα σκοπεύσουμε, θα σκοπεύσομε
θα σκοπεύσειςθα σκοπεύσετε
θα σκοπεύσειθα σκοπεύσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σκοπεύσειθα έχουμε σκοπεύσει
θα έχεις σκοπεύσειθα έχετε σκοπεύσει
θα έχει σκοπεύσειθα έχουν σκοπεύσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σκοπεύωνα σκοπεύουμε, να σκοπεύομε
να σκοπεύειςνα σκοπεύετε
να σκοπεύεινα σκοπεύουν(ε)
Aoristνα σκοπεύσωνα σκοπεύσουμε, να σκοπεύσομε
να σκοπεύσειςνα σκοπεύσετε
να σκοπεύσεινα σκοπεύσουν(ε)
Perfνα έχω σκοπεύσεινα έχουμε σκοπεύσει
να έχεις σκοπεύσεινα έχετε σκοπεύσει
να έχει σκοπεύσεινα έχουν σκοπεύσει
Imper
ativ
Presσκόπευεσκοπεύετε
Aoristσκόπευσεσκοπεύσετε, σκοπεύστε
Part
izip
Presσκοπεύοντας
Perfέχοντας σκοπεύσει
InfinAoristσκοπεύσει







Person Wortform
Präsens ich ziele
du zielst
er, sie, es zielt
Präteritum ich zielte
Konjunktiv II ich zielte
Imperativ Singular ziele!
Plural zielt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gezielt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:zielen


Griechische Definition zu σκοπεύω

σκοπεύω 1 [skopévo] .1α : συγκεντρώνω την προσοχή μου για να βρω το ακριβές σημείο που αποτελεί το στόχο εναντίον του οποίου κατευθύνω ένα βλήμα: Πυροβόλησε στην τύχη χωρίς να σκοπεύσει. || Ο τοπογράφος σκοπεύει με ένα μικρό τηλεσκόπιο. || (μτφ.): Σκοπεύει σε ψηλά αξιώματα, στοχεύει.

[λόγ. < σκοπεύω 2 σημδ. γαλλ. viser]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σκοπεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15