σκηνοθετώ  Verb  [skinotheto, skhnothetw]

Ähnliche Bedeutung wie σκηνοθετώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze inszenieren

... Tom gefällt es offenbar, die Tragik seines Lebens als immerdar düsteres Sanktuarium zu inszenieren und zu konservieren. Leider wird er es auf diese Weise nicht schaffen, sich den Aufgaben der Gegenwart zu stellen und den Chancen der Zukunft die Tür zu öffnen. ...

... man nicht sein und inszenieren kann wie ein anderer. Man kann lernen, unverstellt zu sein. In diesem Sinne habe ich bei Peter Zadek viel, wenn nicht alles ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΚΗΝΟΘΕΤΩ
I stage
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σκηνοθετώσκηνοθετούμεσκηνοθετούμαισκηνοθετούμαστε
σκηνοθετείςσκηνοθετείτεσκηνοθετείσαισκηνοθετείστε
σκηνοθετείσκηνοθετούν(ε)σκηνοθετείταισκηνοθετούνται
Imper
fekt
σκηνοθετούσασκηνοθετούσαμεσκηνοθετούμουνσκηνοθετούμαστε
σκηνοθετούσεςσκηνοθετούσατε
σκηνοθετούσεσκηνοθετούσαν(ε)σκηνοθετούνταν, σκηνοθετείτοσκηνοθετούνταν, σκηνοθετούντο
Aoristσκηνοθέτησασκηνοθετήσαμεσκηνοθετήθηκασκηνοθετηθήκαμε
σκηνοθέτησεςσκηνοθετήσατεσκηνοθετήθηκεςσκηνοθετηθήκατε
σκηνοθέτησεσκηνοθέτησαν, σκηνοθετήσαν(ε)σκηνοθετήθηκεσκηνοθετήθηκαν, σκηνοθετηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω σκηνοθετήσει
έχω σκηνοθετημένο
έχουμε σκηνοθετήσει
έχουμε σκηνοθετημένο
έχω σκηνοθετηθεί
είμαι σκηνοθετημένος, -η
έχουμε σκηνοθετηθεί
είμαστε σκηνοθετημένοι, -ες
έχεις σκηνοθετήσει
έχεις σκηνοθετημένο
έχετε σκηνοθετήσει
έχετε σκηνοθετημένο
έχεις σκηνοθετηθεί
είσαι σκηνοθετημένος, -η
έχετε σκηνοθετηθεί
είστε σκηνοθετημένοι, -ες
έχει σκηνοθετήσει
έχει σκηνοθετημένο
έχουν σκηνοθετήσει
έχουν σκηνοθετημένο
έχει σκηνοθετηθεί
είναι σκηνοθετημένος, -η, -ο
έχουν σκηνοθετηθεί
είναι σκηνοθετημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα σκηνοθετήσει
είχα σκηνοθετημένο
είχαμε σκηνοθετήσει
είχαμε σκηνοθετημένο
είχα σκηνοθετηθεί
ήμουν σκηνοθετημένος, -η
είχαμε σκηνοθετηθεί
ήμαστε σκηνοθετημένοι, -ες
είχες σκηνοθετήσει
είχες σκηνοθετημένο
είχατε σκηνοθετήσει
είχατε σκηνοθετημένο
είχες σκηνοθετηθεί
ήσουν σκηνοθετημένος, -η
είχατε σκηνοθετηθεί
ήσαστε σκηνοθετημένοι, -ες
είχε σκηνοθετήσει
είχε σκηνοθετημένο
είχαν σκηνοθετήσει
είχαν σκηνοθετημένο
είχε σκηνοθετηθεί
ήταν σκηνοθετημένος, -η, -ο
είχαν σκηνοθετηθεί
ήταν σκηνοθετημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σκηνοθετώθα σκηνοθετούμεθα σκηνοθετούμαιθα σκηνοθετούμαστε
θα σκηνοθετείςθα σκηνοθετείτεθα σκηνοθετείσαιθα σκηνοθετείστε
θα σκηνοθετείθα σκηνοθετούν(ε)θα σκηνοθετείταιθα σκηνοθετούνται
Fut
ur
θα σκηνοθετήσωθα σκηνοθετήσουμεθα σκηνοθετηθώθα σκηνοθετηθούμε
θα σκηνοθετήσειςθα σκηνοθετήσετεθα σκηνοθετηθείςθα σκηνοθετηθείτε
θα σκηνοθετήσειθα σκηνοθετήσουν(ε)θα σκηνοθετηθείθα σκηνοθετηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σκηνοθετήσει
θα έχω σκηνοθετημένο
θα έχουμε σκηνοθετήσει
θα έχουμε σκηνοθετημένο
θα έχω σκηνοθετηθεί
θα είμαι σκηνοθετημένος, -η
θα έχουμε σκηνοθετηθεί
θα είμαστε σκηνοθετημένοι, -ες
θα έχεις σκηνοθετήσει
θα έχεις σκηνοθετημένο
θα έχετε σκηνοθετήσει
θα έχετε σκηνοθετημένο
θα έχεις σκηνοθετηθεί
θα είσαι σκηνοθετημένος, -η
θα έχετε σκηνοθετηθεί
θα είστε σκηνοθετημένοι, -η
θα έχει σκηνοθετήσει
θα έχει σκηνοθετημένο
θα έχουν σκηνοθετήσει
θα έχουν σκηνοθετημένο
θα έχει σκηνοθετηθεί
θα είναι σκηνοθετημένος, -η, -ο
θα έχουν σκηνοθετηθεί
θα είναι σκηνοθετημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σκηνοθετώνα σκηνοθετούμενα σκηνοθετούμαινα σκηνοθετούμαστε
να σκηνοθετείςνα σκηνοθετείτενα σκηνοθετείσαινα σκηνοθετείστε
να σκηνοθετείνα σκηνοθετούν(ε)να σκηνοθετείταινα σκηνοθετούνται
Aoristνα σκηνοθετήσωνα σκηνοθετήσουμε, να σκηνοθετήσομενα σκηνοθετηθώνα σκηνοθετηθούμε
να σκηνοθετήσειςνα σκηνοθετήσετενα σκηνοθετηθείςνα σκηνοθετηθείτε
να σκηνοθετήσεινα σκηνοθετήσουν(ε)να σκηνοθετηθείνα σκηνοθετηθούν(ε)
Perfνα έχω σκηνοθετήσει
να έχω σκηνοθετημένο
να έχουμε σκηνοθετήσει
να έχουμε σκηνοθετημένο
να έχω σκηνοθετηθεί
να είμαι σκηνοθετημένος, -η
να έχουμε σκηνοθετηθεί
να είμαστε σκηνοθετημένοι, -ες
να έχεις σκηνοθετήσει
να έχεις σκηνοθετημένο
να έχετε σκηνοθετήσει
να έχετε σκηνοθετημένο
να έχεις σκηνοθετηθεί
να είσαι σκηνοθετημένος, -η
να έχετε σκηνοθετηθεί
να είστε σκηνοθετημένοι, -ες
να έχει σκηνοθετήσει
να έχει σκηνοθετημένο
να έχουν σκηνοθετήσει
να έχουν σκηνοθετημένο
να έχει σκηνοθετηθεί
να είναι σκηνοθετημένος, -η, -ο
να έχουν σκηνοθετηθεί
να είναι σκηνοθετημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσκηνοθετείτεσκηνοθετείστε
Aoristσκηνοθέτησεσκηνοθετήστε, σκηνοθετήσετεσκηνοθετήσουσκηνοθετηθείτε
Part
izip
Presσκηνοθετώντας
Perfέχοντας σκηνοθετήσει, έχοντας σκηνοθετημένοσκηνοθετημένος, -η, -οσκηνοθετημένοι, -ες, -α
InfinAoristσκηνοθετήσεισκηνοθετηθεί




Griechische Definition zu σκηνοθετώ

σκηνοθετώ [skinoθetó] -ούμαι : 1. για θεατρικό, κινηματογραφικό ή τηλεοπτικό έργο, έχω τη γενική φροντίδα, επιμέλεια και διεύθυνση της καλλιτεχνικής του μεταφοράς στη σκηνή ή στην οθόνη. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σκηνοθετώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15