σκεπάζω  Verb  [skepazo, skepazw]

Ähnliche Bedeutung wie σκεπάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σκεπάζω

... αντιμετώπισε τον Αχιλλέα, κινδύνευσε να σκοτωθεί και τον έσωσε ο θεός Απόλλων σκεπάζοντάς τον με σύννεφο και απομακρύνοντάς τον από τη μάχη (Φ 545). Σύμφωνα με ...

... στον πυθμένα ΝΑ του νησιού. Πάνω στο νησί αλλά και σε σημεία που σήμερα σκεπάζονται από θάλασσα, έχουν ανακαλυφθεί δομές που μαρτυρούν ανθρώπινη εγκατάσταση ...

... το πρόνωτό τους . Στις κατσαρίδες το πρόνωτο σχηματίζει ένα δίσκο, που σκεπάζει το κεφάλι και τα προσαρτήματα των φτερών. Υπάρχουν όμως και εξαιρέσεις ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze bedecken

... Füllen Sie die Muffinform halbvoll mit Teig, geben Sie einen Teelöffel Nutella darauf und bedecken Sie es mit Teig. ...

... Wälder bedecken etwa 9,4 % der Erdoberfläche. ...

... Seid gut, ehrlich und fromm, und dann könnt ihr ganz gewiss sein, dass die Erde euch nehmen, Feuer euch brennen, Hunde euch zerreißen und Dreck euch in großer Menge bedecken wird. ...

Quelle: MUIRIEL, Vortarulo, kolonjano

Grammatik


ΣΚΕΠΑΖΩ
I cover
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σκεπάζωσκεπάζουμε, σκεπάζομεσκεπάζομαισκεπαζόμαστε
σκεπάζειςσκεπάζετεσκεπάζεσαισκεπάζεστε, σκεπαζόσαστε
σκεπάζεισκεπάζουν(ε)σκεπάζεταισκεπάζονται
Imper
fekt
σκέπαζασκεπάζαμεσκεπαζόμουν(α)σκεπαζόμαστε, σκεπαζόμασταν
σκέπαζεςσκεπάζατεσκεπαζόσουν(α)σκεπαζόσαστε, σκεπαζόσασταν
σκέπαζεσκέπαζαν, σκεπάζαν(ε)σκεπαζόταν(ε)σκεπάζονταν, σκεπαζόντανε, σκεπαζόντουσαν
Aoristσκέπασασκεπάσαμεσκεπάστηκασκεπαστήκαμε
σκέπασεςσκεπάσατεσκεπάστηκεςσκεπαστήκατε
σκέπασεσκέπασαν, σκεπάσαν(ε)σκεπάστηκεσκεπάστηκαν, σκεπαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω σκεπάσει
έχω σκεπασμένο
έχουμε σκεπάσει
έχουμε σκεπασμένο
έχω σκεπαστεί
είμαι σκεπασμένος, -η
έχουμε σκεπαστεί
είμαστε σκεπασμένοι, -ες
έχεις σκεπάσει
έχεις σκεπασμένο
έχετε σκεπάσει
έχετε σκεπασμένο
έχεις σκεπαστεί
είσαι σκεπασμένος, -η
έχετε σκεπαστεί
είστε σκεπασμένοι, -ες
έχει σκεπάσει
έχει σκεπασμένο
έχουν σκεπάσει
έχουν σκεπασμένο
έχει σκεπαστεί
είναι σκεπασμένος, -η, -ο
έχουν σκεπαστεί
είναι σκεπασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σκεπάσει
είχα σκεπασμένο
είχαμε σκεπάσει
είχαμε παρουσισμένο
είχα σκεπαστεί
ήμουν σκεπασμένος, -η
είχαμε σκεπαστεί
ήμαστε σκεπασμένοι, -ες
είχες σκεπάσει
είχες σκεπασμένο
είχατε σκεπάσει
είχατε σκεπασμένο
είχες σκεπαστεί
ήσουν σκεπασμένος, -η
είχατε σκεπαστεί
ήσαστε σκεπασμένοι, -ες
είχε σκεπάσει
είχε σκεπασμένο
είχαν σκεπάσει
είχαν σκεπασμένο
είχε σκεπαστεί
ήταν σκεπασμένος, -η, -ο
είχαν σκεπαστεί
ήταν σκεπασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σκεπάζωθα σκεπάζουμε, θα σκεπάζομεθα σκεπάζομαιθα σκεπαζόμαστε
θα σκεπάζειςθα σκεπάζετεθα σκεπάζεσαιθα σκεπάζεστε, θα σκεπαζόσαστε
θα σκεπάζειθα σκεπάζουν(ε)θα σκεπάζεταιθα σκεπάζονται
Fut
ur
θα σκεπάσωθα σκεπάσουμε, θα σκεπάζομεθα σκεπαστώθα σκεπαστούμε
θα σκεπάσειςθα σκεπάσετεθα σκεπαστείςθα σκεπαστείτε
θα σκεπάσειθα σκεπάσουν(ε)θα σκεπαστείθα σκεπαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σκεπάσει
θα έχω σκεπασμένο
θα έχουμε σκεπάσει
θα έχουμε σκεπασμένο
θα έχω σκεπαστεί
θα είμαι σκεπασμένος, -η
θα έχουμε σκεπαστεί
θα είμαστε σκεπασμένοι, -ες
θα έχεις σκεπάσει
θα έχεις σκεπασμένο
θα έχετε σκεπάσει
θα έχετε σκεπασμένο
θα έχεις σκεπαστεί
θα είσαι σκεπασμένος, -η
θα έχετε σκεπαστεί
θα είστε σκεπασμένοι, -ες
θα έχει σκεπάσει
θα έχει σκεπασμένο
θα έχουν σκεπάσει
θα έχουν σκεπασμένο
θα έχει σκεπαστεί
θα είναι σκεπασμένος, -η, -ο
θα έχουν σκεπαστεί
θα είναι σκεπασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σκεπάζωνα σκεπάζουμε, να σκεπάζομενα σκεπάζομαινα σκεπαζόμαστε
να σκεπάζειςνα σκεπάζετενα σκεπάζεσαινα σκεπάζεστε, να σκεπαζόσαστε
να σκεπάζεινα σκεπάζουν(ε)να σκεπάζεταινα σκεπάζονται
Aoristνα σκεπάσωνα σκεπάσουμε, να σκεπάσομενα σκεπαστώνα σκεπαστούμε
να σκεπάσειςνα σκεπάσετενα σκεπαστείςνα σκεπαστείτε
να σκεπάσεινα σκεπάσουν(ε)να σκεπαστείνα σκεπαστούν(ε)
Perfνα έχω σκεπάσει
να έχω σκεπασμένο
να έχουμε σκεπάσει
να έχουμε σκεπασμένο
να έχω σκεπαστεί
να είμαι σκεπασμένος, -η
να έχουμε σκεπαστεί
να είμαστε σκεπασμένοι, -ες
να έχεις σκεπάσει
να έχεις σκεπασμένο
να έχετε σκεπάσει
να έχετε σκεπασμένο
να έχεις σκεπαστεί
να είσαι σκεπασμένος, -η
να έχετε σκεπαστεί
να είστε σκεπασμένοι, -ες
να έχει σκεπάσει
να έχει σκεπασμένο
να έχουν σκεπάσει
να έχουν σκεπασμένο
να έχει σκεπαστεί
να είναι σκεπασμένος, -η, -ο
να έχουν σκεπαστεί
να είναι σκεπασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσκέπαζεσκεπάζετεσκεπάζεστε
Aoristσκέπασεσκεπάστεσκεπάσουσκεπαστείτε
Part
izip
Presσκεπάζονταςσκεπαζόμενος
Perfέχοντας σκεπάσει, έχοντας σκεπασμένοσκεπασμένος, -η, -οσκεπασμένοι, -ες, -α
InfinAoristσκεπάσεισκεπαστεί










Griechische Definition zu σκεπάζω

σκεπάζω [skepázo] -ομαι : 1α. τοποθετώ κτ. πάνω από κτ. άλλο, έτσι ώστε να μη φαίνεται πια, να μην είναι εκτεθειμένο, να προστατεύεται, το καλύπτω: Tα έπιπλα ήταν σκεπασμένα με μεγάλα άσπρα σεντόνια. Tο τραπέζι ήταν σκεπασμένο με ένα τραπεζομάντιλο. σκεπάζω το παιδί να μην κρυώσει, με ρούχα ή κλινοσκεπάσματα. Σκεπάσου!, συνήθ. όταν είναι κανείς ξαπλωμένος. Tο παλτό τής σκέπαζε τα γόνατα. Σκέπασε τη χύτρα! Πρέπει να σκεπάσουμε το πηγάδι. || Σκέπασε το πρόσωπο με τα χέρια της, το έκρυψε. Προσπάθησε να σκεπάσει τη γύμνια της. Tον σκέπασε με το σώ μα του, στάθηκε μπροστά του για να τον προστατεύσει. || (προφ.) τοποθετώ στέγη σε οικοδομή: Πρέπει να το σκεπάσουμε το σπίτι πριν αρχίσουν οι βροχές. β. τοποθετώ πάνω σε κτ. μια μεγάλη ποσότητα από πράγματα: Σκέπασαν τον τάφο με λουλούδια. Tο γραφείο ήταν σκεπασμένο από βιβλία. γ. για κτ. που απλώνεται προοδευτικά πάνω σε μια μεγάλη επιφάνεια: Σύννεφα σκέπασαν τον ουρανό. Aνέβηκαν τα νερά και σκέπασαν τα χωράφια. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σκεπάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15