σκάω  Verb  [skao, skaw]

Ähnliche Bedeutung wie σκάω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σκάω

... Μπαστιά στον χάρτη της Γαλλίας Η Σπορτίνγκ Κλαμπ ντε Μπαστιά, συντομευμένη σε ΣΚ Μπαστιά ή ΣΚΜ, είναι μια γαλλική ποδοσφαιρική ομάδα με έδρα την πόλη Μπαστιά ...

... Η ΣΚ Τελστάρ είναι μια ολλανδική ποδοσφαιρική ομάδα από την πόλη Velsen. Όταν το επαγγελματικό ποδόσφαιρο ξεκίνησε να εμφανίζεται στην Ολλανδαί, οι γειτονικές ...

... Το Βιβλίο των Σκιών αποτελεί τυπικό σύγγραμμα της Wicca και το περιεχόμενό του συνίσταται στις κεντρικές τελετουργίες, πρακτικές και κεκτημένα της εν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze zerplatzen

... Er erschreckte mich zu Tode, indem er einen Luftballon direkt neben meinem Ohr zerplatzen ließ. ...

Quelle: Fingerhut

Grammatik


ΣΚΑΩ
I burst
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σκάω, skazo">σκάζωσκάμε
σκαςσκάτε
σκάεισκάνε, σκαν
Imper
fekt
έσκαγασκάγαμε
έσκαγεςσκάγατε
έσκαγεέσκαγαν, σκάγαν(ε)
Aoristέσκασασκάσαμε
έσκασεςσκάσατε
έσκασεέσκασαν, σκάσαν(ε)
Per
fect
έχω σκάσει
έχω σκασμένο
έχουμε σκάσει
έχουμε σκασμένο
έχεις σκάσει
έχεις σκασμένο
έχετε σκάσει
έχετε σκασμένο
έχει σκάσει
έχει σκασμένο
έχουν σκάσει
έχουν σκασμένο
Plu
per
fect
είχα σκάσει
είχα σκασμένο
είχαμε σκάσει
είχαμε αγορσμένο
είχες σκάσει
είχες σκασμένο
είχατε σκάσει
είχατε σκασμένο
είχε σκάσει
είχε σκασμένο
είχαν σκάσει
είχαν σκασμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σκάωθα σκάμε
θα σκαςθα σκάτε
θα σκάειθα σκάνε, θα σκαν
Fut
ur
θα σκάσωθα σκάσουμε, θα σκάζομε
θα σκάσειςθα σκάσετε
θα σκάσειθα σκάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σκάσει
θα έχω σκασμένο
θα έχουμε σκάσει
θα έχουμε σκασμένο
θα έχεις σκάσει
θα έχεις σκασμένο
θα έχετε σκάσει
θα έχετε σκασμένο
θα έχει σκάσει
θα έχει σκασμένο
θα έχουν σκάσει
θα έχουν σκασμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σκάωνα σκάμε
να σκαςνα σκάτε
να σκάεινα σκάνε, να σκαν
Aoristνα σκάσωνα σκάσουμε, να σκάσομε
να σκάσειςνα σκάσετε
να σκάσεινα σκάσουν(ε)
Perfνα έχω σκάσει
να έχω σκασμένο
να έχουμε σκάσει
να έχουμε σκασμένο
να έχεις σκάσει
να έχεις σκασμένο
να έχετε σκάσει
να έχετε σκασμένο
να έχει σκάσει
να έχει σκασμένο
να έχουν σκάσει
να έχουν σκασμένο
Imper
ativ
Presσκάτε
Aoristσκάσεσκάστε
Part
izip
Pres
Perfέχοντας σκάσει, έχοντας σκασμένο
InfinAoristσκάσει








Griechische Definition zu σκάω

σκάω [skáo] .1α μππ. σκασμένος : 1α. για κτ. του οποίου λύνεται απότομα και με δυνατό θόρυβο η συνέχεια της εξωτερικής επιφάνειας, λόγω κυρίως εσωτερικής πίεσης: Έσκασε το μπαλόνι. Έσκασε ο λέβητας. Έσκαγαν γύρω οι οβίδες. Όταν έσκασε η βόμβα… Tο αυτοκίνητο είχε ένα σκασμένο λάστιχο. ΦΡ έσκασε η βόμβα*. σκάει κανόνι*. (έκφρ.) μας (το) έσκασε το μυστικό, μας το είπε. σκάω σε κπ. το παραμύθι*. || Έσκασε το ξύλο / ο τοίχος, σχηματίστηκε ρωγμή. Tα χείλια μου / τα χέρια μου είναι σκασμένα από το κρύο. β. για κτ. το οποίο προβάλλει σιγά σιγά, βγαίνει στην επιφάνεια: Σκάει ο ήλιος μέσα από τη θάλασ σα. Έσκασαν τα πρώτα δοντάκια. Σκάνε τα μπουμπούκια. || Mας έσκασε ένα γλυκό χαμόγελο. ΦΡ δε σκάει χείλι*. σκάω μύτη, εμφανίζομαι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σκάω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15