σκάβω  Verb  [skavo, skabw]

Ähnliche Bedeutung wie σκάβω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σκάβω

... οργανωθούν και να κάνουν δύσκολη την επέλαση του εχθρού σκάβοντας ένα μεγάλο χαντάκι, εφόσον η πόλη δεν είχε τείχη. Αξιοσημείωτο είναι ότι επρόκειτο κυρίως ...

... 1630 του Basificata. Στις ίδιες απογραφές περιλαμβάνονται και οι οικισμοί Χαντάκι, Μαυρίκη, Λαγκά, Λάκκος, Ντιπλοχώρι, και Επίζυγος. Οι οικισμοί αυτοί άκμαζαν ...

... κομμάτι της θάλασσας ή να υπάρχει ανάμεσα σε νησάκια σαν ένα σχετικά άβαθο χαντάκι ή ακόμη από τα υλικά που κατεβάζουν τα ποτάμια στις εκβολές του και τις ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze graben

... Dachse graben tiefe Löcher. ...

... Sie graben ein Loch. ...

... Erdferkel graben auf der Suche nach Nahrung. ...

Quelle: xtofu80, samueldora, mayok

Grammatik


ΣΚΑΒΩ
I dig
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σκάβωσκάβουμε, σκάβομεσκάβομαισκαβόμαστε
σκάβειςσκάβετεσκάβεσαισκάβεστε, σκαβόσαστε
σκάβεισκάβουν(ε)σκάβεταισκάβονται
Imper
fekt
έσκαβασκάβαμεσκαβόμουν(α)σκαβόμαστε, σκαβόμασταν
έσκαβεςσκάβατεσκαβόσουν(α)σκαβόσαστε, σκαβόσασταν
έσκαβεέσκαβαν, σκάβαν(ε)σκαβόταν(ε)σκάβονταν, σκαβόντανε, σκαβόντουσαν
Aoristέσκαψασκάψαμεσκάφτηκασκαφτήκαμε
έσκαψεςσκάψατεσκάφτηκεςσκαφτήκατε
έσκαψεέσκαψαν, σκάψαν(ε)σκάφτηκεσκάφτηκαν, σκαφτήκαν(ε)
Per
fect
έχω σκάψει
έχω σκαμμένο
έχουμε σκάψει
έχουμε σκαμμένο
έχω σκαφτεί
είμαι σκαμμένος, -η
έχουμε σκαφτεί
είμαστε σκαμμένοι, -ες
έχεις σκάψει
έχεις σκαμμένο
έχετε σκάψει
έχετε σκαμμένο
έχεις σκαφτεί
είσαι σκαμμένος, -η
έχετε σκαφτεί
είστε σκαμμένοι, -ες
έχει σκάψει
έχει σκαμμένο
έχουν σκάψει
έχουν σκαμμένο
έχει σκαφτεί
είναι σκαμμένος, -η, -ο
έχουν σκαφτεί
είναι σκαμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σκάψει
είχα σκαμμένο
είχαμε σκάψει
είχαμε σκαμμένο
είχα σκαφτεί
ήμουν σκαμμένος, -η
είχαμε σκαφτεί
ήμαστε σκαμμένοι, -ες
είχες σκάψει
είχες σκαμμένο
είχατε σκάψει
είχατε σκαμμένο
είχες σκαφτεί
ήσουν σκαμμένος, -η
είχατε σκαφτεί
ήσαστε σκαμμένοι, -ες
είχε σκάψει
είχε σκαμμένο
είχαν σκάψει
είχαν σκαμμένο
είχε σκαφτεί
ήταν σκαμμένος, -η, -ο
είχαν σκαφτεί
ήταν σκαμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σκάβωθα σκάβουμε, θα σκάβομεθα σκάβομαιθα σκαβόμαστε
θα σκάβειςθα σκάβετεθα σκάβεσαιθα σκάβεστε, θα σκαβόσαστε
θα σκάβειθα σκάβουν(ε)θα σκάβεταιθα σκάβονται
Fut
ur
θα σκάψωθα σκάψουμε, θα σκάψομεθα σκαφτώθα σκαφτούμε
θα σκάψειςθα σκάψετεθα σκαφτείςθα σκαφτείτε
θα σκάψειθα σκάψουν(ε)θα σκαφτείθα σκαφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σκάψει
θα έχω σκαμμένο
θα έχουμε σκάψει
θα έχουμε σκαμμένο
θα έχω σκαφτεί
θα είμαι σκαμμένος, -η
θα έχουμε σκαφτεί
θα είμαστε σκαμμένοι, -ες
θα έχεις σκάψει
θα έχεις σκαμμένο
θα έχετε σκάψει
θα έχετε σκαμμένο
θα έχεις σκαφτεί
θα είσαι σκαμμένος, -η
θα έχετε σκαφτεί
θα είστε σκαμμένοι, -ες
θα έχει σκάψει
θα έχει σκαμμένο
θα έχουν σκάψει
θα έχουν σκαμμένο
θα έχει σκαφτεί
θα είναι σκαμμένος, -η, -ο
θα έχουν σκαφτεί
θα είναι σκαμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σκάβωνα σκάβουμε, να σκάβομενα σκάβομαινα σκαβόμαστε
να σκάβειςνα σκάβετενα σκάβεσαινα σκάβεστε, να σκαβόσαστε
να σκάβεινα σκάβουν(ε)να σκάβεταινα σκάβονται
Aoristνα σκάψωνα σκάψουμε, να σκάψομενα σκαφτώνα σκαφτούμε
να σκάψειςνα σκάψετενα σκαφτείςνα σκαφτείτε
να σκάψεινα σκάψουν(ε)να σκαφτείνα σκαφτούν(ε)
Perfνα έχω σκάψει
να έχω σκαμμένο
να έχουμε σκάψει
να έχουμε σκαμμένο
να έχω σκαφτεί
να είμαι σκαμμένος, -η
να έχουμε σκαφτεί
να είμαστε σκαμμένοι, -ες
να έχεις σκάψει
να έχεις σκαμμένο
να έχετε σκάψει
να έχετε σκαμμένο
να έχεις σκαφτεί
να είσαι σκαμμένος, -η
να έχετε σκαφτεί
να είστε σκαμμένοι, -ες
να έχει σκάψει
να έχει σκαμμένο
να έχουν σκάψει
να έχουν σκαμμένο
να έχει σκαφτεί
να είναι σκαμμένος, -η, -ο
να έχουν σκαφτεί
να είναι σκαμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσκάβεσκάβετεσκάβεστε
Aoristσκάψεσκάψτε, σκάφτεσκάψουσκαφτείτε
Part
izip
Presσκάβοντας
Perfέχοντας σκάψει, έχοντας σκαμμένοσκαμμένος, -η, -οσκαμμένοι, -ες, -α
InfinAoristσκάψεισκαφτεί









Singular

Plural

Nominativ der Graben

die Gräben

Genitiv des Grabens

der Gräben

Dativ dem Graben

den Gräben

Akkusativ den Graben

die Gräben



Griechische Definition zu σκάβω

σκάβω [skávo] -ομαι : 1α. χτυπάω το έδαφος με ειδικό εργαλείο (σκαπάνη, τσάπα, κασμά κτλ.) και αναστρέφω το χώμα για να το καλλιεργή σω: σκάβω τον κήπο / το χωράφι / το αμπέλι. β. δημιουργώ μια κοιλότητα, κά νω κτ. κοίλο: σκάβω μια τρύπα. σκάβω τα θεμέλια του σπιτιού. σκάβω τούνελ. H αλεπού σκάβει τη φωλιά της. Σκαμμένος βράχος. || Πρέπει να σκάψεις πιο βαθιά για να βρεις νερό. ΦΡ σκάβω το λάκκο* κάποιου. σκάβω μόνος μου το λάκκο* μου. ΠAΡ Όποιος σκάβει το λάκκο* του αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σκάβω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15