ρουφώ Verb  [rufo, royfw]

  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
schlabbern (ugs.)
  Verb
(0)

Etymologie zu ρουφώ

ρουφώ mittelgriechisch ρουφῶ altgriechisch ῥοφέω / ῥοφάω / ῥοφῶ proto-griechisch *hropʰéyō proto-indogermanisch *srebʰ- (ρουφώ)


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu ρουφώ

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ρουφάω, ρουφώρουφάμε, ρουφούμερουφιέμαιρουφιόμαστε
ρουφάςρουφάτερουφιέσαιρουφιέστε, ρουφιόσαστε
ρουφάει, ρουφάρουφάν(ε), ρουφούν(ε)ρουφιέταιρουφιούνται, ρουφιόνται
Imper
fekt
ρουφούσα, ρούφαγαρουφούσαμε, ρουφάγαμερουφιόμουν(α)ρουφιόμαστε, ρουφιόμασταν
ρουφούσες, ρούφαγεςρουφούσατε, ρουφάγατερουφιόσουν(α)ρουφιόσαστε, ρουφιόσασταν
ρουφούσε, ρούφαγερουφούσαν(ε), ρούφαγαν, ρουφάγανερουφιόταν(ε)ρουφιόνταν(ε), ρουφιούνταν, ρουφιόντουσαν
Aoristρούφηξαρουφήξαμερουφήχτηκαρουφηχτήκαμε
ρούφηξεςρουφήξατερουφήχτηκεςρουφηχτήκατε
ρούφηξερούφηξαν, ρουφήξαν(ε)ρουφήχτηκερουφήχτηκαν, ρουφηχτήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω ρουφήξει
έχω ρουφηγμένο
έχουμε ρουφήξει
έχουμε ρουφηγμένο
έχω ρουφηχτεί
είμαι ρουφηγμένος, -η
έχουμε ρουφηχτεί
είμαστε ρουφηγμένοι, -ες
έχεις ρουφήξει
έχεις ρουφηγμένο
έχετε ρουφήξει
έχετε ρουφηγμένο
έχεις ρουφηχτεί
είσαι ρουφηγμένος, -η
έχετε ρουφηχτεί
είστε ρουφηγμένοι, -ες
έχει ρουφήξει
έχει ρουφηγμένο
έχουν ρουφήξει
έχουν ρουφηγμένο
έχει ρουφηχτεί
είναι ρουφηγμένος, -η, -ο
έχουν ρουφηχτεί
είναι ρουφηγμένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα ρουφήξει
είχα ρουφηγμένο
είχαμε ρουφήξει
είχαμε ρουφηγμένο
είχα ρουφηχτεί
ήμουν ρουφηγμένος, -η
είχαμε ρουφηχτεί
ήμαστε ρουφηγμένοι, -ες
είχες ρουφήξει
είχες ρουφηγμένο
είχατε ρουφήξει
είχατε ρουφηγμένο
είχες ρουφηχτεί
ήσουν ρουφηγμένος, -η
είχατε ρουφηχτεί
ήσαστε ρουφηγμένοι, -ες
είχε ρουφήξει
είχε ρουφηγμένο
είχαν ρουφήξει
είχαν ρουφηγμένο
είχε ρουφηχτεί
ήταν ρουφηγμένος, -η, -ο
είχαν ρουφηχτεί
ήταν ρουφηγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ρουφάω, θα ρουφώθα ρουφάμε, θα ρουφούμεθα ρουφιέμαιθα ρουφιόμαστε
θα ρουφάςθα ρουφάτεθα ρουφιέσαιθα ρουφιέστε, θα ρουφιόσαστε
θα ρουφάει, θα ρουφάθα ρουφάν(ε), θα ρουφούν(ε)θα ρουφιέταιθα ρουφιούνται, θα ρουφιόνται
Fut
ur
θα ρουφήξωθα ρουφήξουμε, θα ρουφήξομεθα ρουφηχτώθα ρουφηχτούμε
θα ρουφήξειςθα ρουφήξετεθα ρουφηχτείςθα ρουφηχτείτε
θα ρουφήξειθα ρουφήξουν(ε)θα ρουφηχτείθα ρουφηχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ρουφήξει
θα έχω ρουφηγμένο
θα έχουμε ρουφήξει
θα έχουμε ρουφηγμένο
θα έχω ρουφηχτεί
θα είμαι ρουφηγμένος, -η
θα έχουμε ρουφηχτεί
θα είμαστε ρουφηγμένοι, -ες
θα έχεις ρουφήξει
θα έχεις ρουφηγμένο
θα έχετε ρουφήξει
θα έχετε ρουφηγμένο
θα έχεις ρουφηχτεί
θα είσαι ρουφηγμένος, -η
θα έχετε ρουφηχτεί
θα είστε ρουφηγμένοι, -ες
θα έχει ρουφήξει
θα έχει ρουφηγμένο
θα έχουν ρουφήξει
θα έχουν ρουφηγμένο
θα έχει ρουφηχτεί
θα είναι ρουφηγμένος, -η, -ο
θα έχουν ρουφηχτεί
θα είναι ρουφηγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ρουφάω, να ρουφώνα ρουφάμε, να ρουφούμενα ρουφιέμαινα ρουφιόμαστε
να ρουφάςνα ρουφάτενα ρουφιέσαινα ρουφιέστε, να ρουφιόσαστε
να ρουφάει, να ρουφάνα ρουφάν(ε), να ρουφούν(ε)να ρουφιέταινα ρουφιούνται, να ρουφιόνται
Aoristνα ρουφήξωνα ρουφήξουμε, να ρουφήξομενα ρουφηχτώνα ρουφηχτούμε
να ρουφήξειςνα ρουφήξετενα ρουφηχτείςνα ρουφηχτείτε
να ρουφήξεινα ρουφήξουν(ε)να ρουφηχτείνα ρουφηχτούν(ε)
Perfνα έχω ρουφήξει
να έχω ρουφηγμένο
να έχουμε ρουφήξει
να έχουμε ρουφηγμένο
να έχω ρουφηχτεί
να είμαι ρουφηγμένος, -η
να έχουμε ρουφηχτεί
να είμαστε ρουφηγμένοι, -ες
να έχεις ρουφήξει
να έχεις ρουφηγμένο
να έχετε ρουφήξει
να έχετε ρουφηγμένο
να έχεις ρουφηχτεί
να είσαι ρουφηγμένος, -η
να έχετε ρουφηχτεί
να είστε ρουφηγμένοι, -η
να έχει ρουφήξει
να έχει ρουφηγμένο
να έχουν ρουφήξει
να έχουν ρουφηγμένο
να έχει ρουφηχτεί
να είναι ρουφηγμένος, -η, -ο
να έχουν ρουφηχτεί
να είναι ρουφηγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presρούφα, ρούφαγερουφάτερουφιέστε
Aoristρούφηξε, ρούφαρουφήξτε, ρουφήχτερουφήξουρουφηχτείτε
Part
izip
Presρουφώντας
Perfέχοντας ρουφήξει, έχοντας ρουφηγμένορουφηγμένος, -η, -ορουφηγμένοι, -ες, -α
InfinAoristρουφήξειρουφηχτεί













Griechische Definition zu ρουφώ

ρουφώ [rufó] & -άω, -ιέμαι : 1.πίνω υγρό εισπνέοντας βαθιά και με θόρυβο από το στόμα: ρουφώ τη σούπα. ρουφώ την πορτοκαλάδα με καλαμάκι. || ρουφώ στρείδια / ένα αυγό / το μεδούλι. || Οι μέλισσες ρουφούν το νέκταρ από τα λουλούδια. ΦΡ ρούφα τ΄ αυγό* σου. ρούφα κι έρχεται / έφτασε, για κτ. που επίκειται να συμβεί ή, ειρωνικά, για κτ. που δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback