ριψοκινδυνεύω  Verb  [ripsokindinevo, ripsokinthinevo, ripsokindyneyw]

Ähnliche Bedeutung wie ριψοκινδυνεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ριψοκινδυνεύω

... αποχετεύσεις. Είναι πολύ τολμηρή και περίεργη αλλά προσεχτική, σπανίως ριψοκινδυνεύοντας μακριά από το καταφύγιό της. Αναρριχάται πολύ καλά. Συνήθως απαντάται ...

... έπεσε. Οι κυνηγοί έπαψαν να κερδίζουν τα χρήματα που τους έκαναν να ριψοκινδυνεύουν. Ο Κιτ αποφάσισε τότε να παντρευτεί και έζησε με τις φυλές Αραπάχο ...

... γενναιότητά του όταν κατά τη διάρκεια μιας μάχης έσωσε τον αδερφό του, ριψοκινδυνεύοντας ο ίδιος. Επίσης, αν και αριστοκρατικής καταγωγής, διαπνεόταν από δημοκρατικά ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze aufs Spiel setzen

... Nun, natürlich, das Volk will keinen Krieg. Warum sollte auch irgendein armer Landarbeiter im Krieg sein Leben aufs Spiel setzen wollen, wenn das Beste ist, was er dabei herausholen kann, daß er mit heilen Knochen zurückkommt? Natürlich, das einfache Volk will keinen Krieg; weder in Rußland, noch in England, noch in Amerika, und ebenso wenig in Deutschland. Das ist klar. Aber schließlich sind es die Führer eines Landes, die die Politik bestimmen, und es ist immer leicht, das Volk zum Mitmachen zu bringen, ob es sich nun um eine Demokratie, eine faschistische Diktatur, um ein Parlament oder eine kommunistische Diktatur handelt. [...] Das Volk kann mit oder ohne Stimmrecht immer dazu gebracht werden, den Befehlen der Führer zu folgen. Das ist ganz einfach. Man braucht nichts zu tun, als dem Volk zu sagen, es würde angegriffen, und den Pazifisten ihren Mangel an Patriotismus vorzuwerfen und zu behaupten, sie brächten das Land in Gefahr. Diese Methode funktioniert in jedem Land. ...

... Ich kann dich das nicht aufs Spiel setzen lassen. ...

... Deutschland schafft sich ab ist der Titel eines 2010 erschienenen Buches von Thilo Sarrazin. Es trägt den Untertitel Wie wir unser Land aufs Spiel setzen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΡΙΨΟΚΙΝΔΥΝΕΥΩ
I risk
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ριψοκινδυνεύωριψοκινδυνεύουμε, ριψοκινδυνεύομε
ριψοκινδυνεύειςριψοκινδυνεύετε
ριψοκινδυνεύειριψοκινδυνεύουν(ε)
Imper
fekt
ριψοκινδύνευαριψοκινδυνεύαμε
ριψοκινδύνευεςριψοκινδυνεύατε
ριψοκινδύνευεριψοκινδύνευαν, ριψοκινδυνεύαν(ε)
Aoristριψοκινδύνεψα, ριψοκινδύνευσαριψοκινδυνέψαμε, ριψοκινδυνεύσαμε
ριψοκινδύνεψες, ριψοκινδύνευσεςριψοκινδυνέψατε, ριψοκινδυνεύσατε
ριψοκινδύνεψε, ριψοκινδύνευσεριψοκινδύνεψαν, ριψοκινδυνεψαν(ε)
ριψοκινδύνευσαν, ριψοκινδυνεύσαν(ε)
Per
fect
έχω ριψοκινδυνέψει
έχω ριψοκινδυνεύσει
έχουμε ριψοκινδυνέψει
έχουμε ριψοκινδυνεύσει
έχεις ριψοκινδυνέψει
έχεις ριψοκινδυνεύσει
έχετε ριψοκινδυνέψει
έχετε ριψοκινδυνεύσει
έχει ριψοκινδυνέψει
έχει ριψοκινδυνεύσει
έχουν ριψοκινδυνέψει
έχουν ριψοκινδυνεύσει
Plu
per
fect
είχα ριψοκινδυνέψει
είχα ριψοκινδυνεύσει
είχαμε ριψοκινδυνέψει
είχαμε ριψοκινδυνεύσει
είχες ριψοκινδυνέψει
είχες ριψοκινδυνεύσει
είχατε ριψοκινδυνέψει
είχατε ριψοκινδυνεύσει
είχε ριψοκινδυνέψει
είχε ριψοκινδυνεύσει
είχαν ριψοκινδυνέψει
είχαν ριψοκινδυνεύσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ριψοκινδυνεύωθα ριψοκινδυνεύουμε, θα ριψοκινδυνεύομε
θα ριψοκινδυνεύειςθα ριψοκινδυνεύετε
θα ριψοκινδυνεύειθα ριψοκινδυνεύουν(ε)
Fut
ur
θα ριψοκινδυνέψω, θα ριψοκινδυνεύσωθα ριψοκινδυνέψουμε, θα ριψοκινδυνέψομε
θα ριψοκινδυνεύσουμε, θα ριψοκινδυνεύσομε
θα ριψοκινδυνέψεις, θα ριψοκινδυνεύσειςθα ριψοκινδυνέψετε, θα ριψοκινδυνεύσετε
θα ριψοκινδυνέψει, θα ριψοκινδυνεύσειθα ριψοκινδυνέψουν(ε), θα ριψοκινδυνεύσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ριψοκινδυνέψει
θα έχω ριψοκινδυνεύσει
θα έχουμε ριψοκινδυνέψει
θα έχουμε ριψοκινδυνεύσει
θα έχεις ριψοκινδυνέψει
θα έχεις ριψοκινδυνεύσει
θα έχετε ριψοκινδυνέψει
θα έχετε ριψοκινδυνεύσει
θα έχει ριψοκινδυνέψει
θα έχει ριψοκινδυνεύσει
θα έχουν ριψοκινδυνέψει
θα έχουν ριψοκινδυνεύσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ριψοκινδυνεύωνα ριψοκινδυνεύουμε, να ριψοκινδυνεύομε
να ριψοκινδυνεύειςνα ριψοκινδυνεύετε
να ριψοκινδυνεύεινα ριψοκινδυνεύουν(ε)
Aoristνα ριψοκινδυνέψω, να ριψοκινδυνεύσωνα ριψοκινδυνέψουμε, να ριψοκινδυνέψομε
να ριψοκινδυνεύσουμε, να ριψοκινδυνεύσομε
να ριψοκινδυνέψεις, να ριψοκινδυνεύσειςνα ριψοκινδυνέψετε, να ριψοκινδυνεύσετε
να ριψοκινδυνέψει, να ριψοκινδυνεύσεινα ριψοκινδυνέψουν(ε), να ριψοκινδυνεύσουν(ε)
Perfνα έχω ριψοκινδυνέψει
να έχω ριψοκινδυνεύσει
να έχουμε ριψοκινδυνέψει
να έχουμε ριψοκινδυνεύσει
να έχεις ριψοκινδυνέψει
να έχεις ριψοκινδυνεύσει
να έχετε ριψοκινδυνέψει
να έχετε ριψοκινδυνεύσει
να έχει ριψοκινδυνέψει
να έχει ριψοκινδυνεύσει
να έχουν ριψοκινδυνέψει
να έχουν ριψοκινδυνεύσει
Imper
ativ
Presριψοκινδύνευεριψοκινδυνεύετε
Aoristριψοκινδύνεψε, ριψοκινδύνευσεριψοκινδυνέψτε, ριψοκινδυνέψετε
ριψοκινδυνεύστε, ριψοκινδυνεύσετε
Part
izip
Presριψοκινδυνεύοντας
Perfέχοντας ριψοκινδυνέψει, έχοντας ριψοκινδυνεύσει
InfinAoristριψοκινδυνέψει, ριψοκινδυνεύσει




Griechische Definition zu ριψοκινδυνεύω

ριψοκινδυνεύω [ripsokinδinévo] .1α : α.εκθέτω κτ. σε πιθανό κίνδυνο: ριψοκινδυνεύω τη ζωή μου / τα χρήματά μου. β. τολμώ και εκθέτω τον εαυτό μου σε πιθανό κίνδυνο: Ριψοκινδυνεύουν στη θάλασσα.

[λόγ. < αρχ. ῥιψοκινδυν(ῶ) μεταπλ. -εύω κατά το ελνστ. ουσ. ῥιψοκινδυνευσία]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ριψοκινδυνεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15