προσκυνώ Verb  [proskino, proskynw]

  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu προσκυνώ

προσκυνώ altgriechisch προσκυνέω / προσκυνῶ πρός + κυνέω / κυνῶ (φιλώ, λατρεύω, σέβομαι) proto-indogermanisch *ku(e)s[1] (φιλί)


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.




Griechische Definition zu προσκυνώ

προσκυνώ [proskinó] & -άω .1α μππ. προσκυνημένος : 1α. ασπάζομαι ιερή εικόνα ή ιερό λείψανο ή γονατίζω μπροστά σε αυτά, για να εκδηλώσω την πίστη μου και για να ζητήσω την προστασία τους. || ασπάζο μαι τη σορό ενός νεκρού ή γονατίζω στον τάφο του, για να εκδηλώσω το σεβασμό μου. β. λατρεύω κπ. ή κτ., πιστεύω σε αυτό: Πολλοί αρχαίοι λαοί προσκυνούσαν τα είδωλα. γ. επισκέπτομαι ευλαβικά έναν τόπο: Ο ξενιτε μένος γύρισε για να προσκυνήσει την πατρίδα / τη γη των προγόνων του. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback