προσκαλώ  Verb  [proskalo, proskalw]

Ähnliche Bedeutung wie προσκαλώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze προσκαλώ

... Δεν μπορώ να σε προσκαλώ κάθε μέρα. ...

Quelle: glavkos


Beispielsätze einladen

... Essen und Trinken wurden bei der Hochzeit in solch einem Überfluss serviert, dass Braut und Bräutigam begannen, sich zu fragen, ob sie nicht mehr Gäste einladen hätten sollen. ...

... Ich frage mich, wen ich einladen soll. ...

... Der Junge beteuerte, dass er ein Rosenbukett dem Mädchen, das er mochte, geben könnte, mit ihr sprechen und sie einladen könnte, einen Kaffee zu trinken. ...

Quelle: MUIRIEL, al_ex_an_der, Esperantostern

Grammatik


ΠΡΟΣΚΑΛΩ
I invite
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προσκαλώπροσκαλούμεπροσκαλούμαιπροσκαλούμαστε
προσκαλείςπροσκαλείτεπροσκαλείσαιπροσκαλείστε
προσκαλείπροσκαλούν(ε)προσκαλείταιπροσκαλούνται
Imper
fekt
προσκαλούσαπροσκαλούσαμε
προσκαλούσεςπροσκαλούσατε
προσκαλούσεπροσκαλούσαν(ε)προσκαλούνταν, προσκαλείτοπροσκαλούνταν, προσκαλούντο
Aoristπροσκάλεσαπροσκαλέσαμεπροσκλήθηκαπροσκληθήκαμε
προσκάλεσεςπροσκαλέσατεπροσκλήθηκεςπροσκληθήκατε
προσκάλεσεπροσκάλεσαν, προσκαλέσαν(ε)προσκλήθηκεπροσκλήθηκαν, προσκληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω προσκαλέσει
έχω προσκαλεσμένο
έχουμε προσκαλέσει
έχουμε προσκαλεσμένο
έχω προσκληθεί
είμαι προσκαλεσμένος, -η
έχουμε προσκληθεί
είμαστε προσκαλεσμένοι, -ες
έχεις προσκαλέσει
έχεις προσκαλεσμένο
έχετε προσκαλέσει
έχετε προσκαλεσμένο
έχεις προσκληθεί
είσαι προσκαλεσμένος, -η
έχετε προσκληθεί
είστε προσκαλεσμένοι, -ες
έχει προσκαλέσει
έχει προσκαλεσμένο
έχουν προσκαλέσει
έχουν προσκαλεσμένο
έχει προσκληθεί
είναι προσκαλεσμένος, -η, -ο
έχουν προσκληθεί
είναι προσκαλεσμένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα προσκαλέσει
είχα προσκαλεσμένο
είχαμε προσκαλέσει
είχαμε προσκαλεσμενο
είχα προσκληθεί
ήμουν προσκαλεσμένος, -η
είχαμε προσκληθεί
ήμαστε προσκαλεσμένοι, -ες
είχες προσκαλέσει
είχες προσκαλεσμένο
είχατε προσκαλέσει
είχατε προσκαλεσμένο
είχες προσκληθεί
έσουν προσκαλεσμένος, -η
είχατε προσκληθεί
έσαστε προσκαλεσμένοι, -ες
είχε προσκαλέσει
είχε προσκαλεσμένο
είχαν προσκαλέσει
είχαν προσκαλεσμένο
είχε προσκληθεί
ήταν προσκαλεσμένος, -η, -ο
είχαν προσκληθεί
ήταν προσκαλεσμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προσκαλώθα προσκαλούμεθα προσκαλούμαιθα προσκαλούμαστε
θα προσκαλείςθα προσκαλείτεθα προσκαλείσαιθα προσκαλείστε
θα προσκαλείθα προσκαλούν(ε)θα προσκαλείταιθα προσκαλούνται
Fut
ur
θα προσκαλέσωθα προσκαλέσουμε, θα προσκαλέσομεθα προσκληθώθα προσκληθούμε
θα προσκαλέσειςθα προσκαλέσετεθα προσκληθείςθα προσκληθείτε
θα προσκαλέσειθα προσκαλέσουν(ε)θα προσκληθείθα προσκληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προσκαλέσει
θα έχω προσκαλεσμένο
θα έχουμε προσκαλέσει
θα έχουμε προσκαλεσμένο
θα έχω προσκληθεί
θα είμαι προσκαλεσμένος, -η
θα έχουμε προσκληθεί
θα είμαστε προσκαλεσμένοι, -ες
θα έχεις προσκαλέσει
θα έχεις προσκαλεσμένο
θα έχετε προσκαλέσει
θα έχετε προσκαλεσμένο
θα έχεις προσκληθεί
θα είσαι προσκαλεσμένος, -η
θα έχετε προσκληθεί
θα είστε προσκαλεσμένοι, -η
θα έχει προσκαλέσει
θα έχει προσκαλεσμένο
θα έχουν προσκαλέσει
θα έχουν προσκαλεσμένο
θα έχει προσκληθεί
θα είναι προσκαλεσμένος, -η, -ο
θα έχουν προσκληθεί
θα είναι προσκαλεσμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προσκαλώνα προσκαλούμενα προσκαλούμαινα προσκαλούμαστε
να προσκαλείςνα προσκαλείτενα προσκαλείσαινα προσκαλείστε
να προσκαλείνα προσκαλούν(ε)να προσκαλείταινα προσκαλούνται
Aoristνα προσκαλέσωνα προσκαλέσουμε, να προσκαλέσομενα προσκληθώνα προσκληθούμε
να προσκαλέσειςνα προσκαλέσετενα προσκληθείςνα προσκληθείτε
να προσκαλέσεινα προσκαλέσουν(ε)να προσκληθείνα προσκληθούν(ε)
Perfνα έχω προσκαλέσει
να έχω προσκαλεσμένο
να έχουμε προσκαλέσει
να έχουμε προσκαλεσμένο
να έχω προσκληθεί
να είμαι προσκαλεσμένος, -η
να έχουμε προσκληθεί
να είμαστε προσκαλεσμενοι, -ες
να έχεις προσκαλέσει
να έχεις προσκαλεσμένο
να έχετε προσκαλέσει
να έχετε προσκαλεσμένο
να έχεις προσκληθεί
να είσαι προσκαλεσμένος, -η
να έχετε προσκληθεί
να είστε προσκαλεσμένοι, -ες
να έχει προσκαλέσει
να έχει προσκαλεσμένο
να έχουν προσκαλέσει
να έχουν προσκαλεσμένο
να έχει προσκληθεί
να είναι προσκαλεσμένος, -η, -ο
να έχουν προσκληθεί
να είναι προσκαλεσμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπροσκαλείτεπροσκαλείστε
Aoristπροσκάλεσεπροσκαλέστε, προσκαλέσετεπροσκληθείτε
Part
izip
Presπροσκαλώνταςπροσκαλούμενος
Perfέχοντας προσκαλέσει, έχοντας προσκαλεσμένοπροσκαλεσμένος, -η, -οπροσκαλεσμένοι, -ες, -α
InfinAoristπροσκαλέσειπροσκληθεί




Griechische Definition zu προσκαλώ

προσκαλώ [proskaló] -ούμαι παθ. αόρ. και προσκλήθηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και προσεκλήθη, προσεκλήθησαν, απαρέμφ. και προσκληθεί, μππ. και προσκεκλημένος* : 1. ζητώ από κπ. να έρθει, να παρευρεθεί, να συμμετάσχει σε μια κοινωνική εκδήλωση ιδιωτικού ή δημόσιου χαρακτήρα, καλώ1: προσκαλώ κπ. σε γεύμα / σε γάμο / σε γιορτή / σε πάρτι. Mας προσκάλεσαν στα εγκαίνια μιας έκθεσης ζωγραφικής. Δεν παρευρέθηκαν στην εκδήλωση, αν και προσκλήθηκαν επισήμως. || (μππ., και ως ουσ.) ο προσκαλεσμένος, ο καλεσμένος. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu προσκαλώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15