προσγειώνω  Verb  [prosgiono, prosjiono, prosgeiwnw]

Ähnliche Bedeutung wie προσγειώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze προσγειώνω

... νοτιότερο μέρος δεν είναι ορατό από το σημείο όπου προσγειώνεται το αεροσκάφος. Αεροσκάφη που προσγειώνονται από την αντίθετη κατεύθυνση (διάδρομος 02) περνούν ...

... επισκεπτόμενες τοποθεσίες. Οι τουριστικές υπερπτήσεις στην Ανταρκτική (που δεν προσγειώνονταν) γίνονταν από την Αυστραλία και την Νέα Ζηλανδία, μέχρι το θανατηφόρο ...

... μια λωρίδα γης για προσγείωση, σε αντίθεση με τα ελικόπτερα τα οποία προσγειώνονται σε σταθερό σημείο. Τα φτερά τους είναι προσκολλημένα με την άτρακτο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze herunterholen

... wollte für seine kinderlose Gattin „das Kraut des Gebärens“ vom Himmel herunterholen, stürzte aber, als er fast das Ziel erreicht hatte, mitsamt seinem Adler ...

... Dach und fällt mehrmals beinahe hinunter, ehe Corie ihn in Sicherheit herunterholen kann. Es kommt zur Versöhnung des Ehepaars - und auch Cories plötzlich ...

... wollen die "Schulstars" durch unbequeme Wahrheiten von ihrem Thron herunterholen. Als End-Theme läuft als Hommage an Der Frühstücksclub Don’t You ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΡΟΣΓΕΙΩΝΩ
I land
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προσγειώνωπροσγειώνουμε, προσγειώνομεπροσγειώνομαιπροσγειωνόμαστε
προσγειώνειςπροσγειώνετεπροσγειώνεσαιπροσγειώνεστε, προσγειωνόσαστε
προσγειώνειπροσγειώνουν(ε)προσγειώνεταιπροσγειώνονται
Imper
fekt
προσγείωναπροσγειώναμεπροσγειωνόμουν(α)προσγειωνόμαστε, προσγειωνόμασταν
προσγείωνεςπροσγειώνατεπροσγειωνόσουν(α)προσγειωνόσαστε, προσγειωνόσασταν
προσγείωνεπροσγείωναν, προσγειώναν(ε)προσγειωνόταν(ε)προσγειώνονταν, προσγειωνόντανε, προσγειωνόντουσαν
Aoristπροσγείωσαπροσγειώσαμεπροσγειώθηκαπροσγειωθήκαμε
προσγείωσεςπροσγειώσατεπροσγειώθηκεςπροσγειωθήκατε
προσγείωσεπροσγείωσαν, προσγειώσαν(ε)προσγειώθηκεπροσγειώθηκαν, προσγειωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω προσγειώσει
έχω προσγειωμένο
έχουμε προσγειώσει
έχουμε προσγειωμένο
έχω προσγειωθεί
είμαι προσγειωμένος, -η
έχουμε προσγειωθεί
είμαστε προσγειωμένοι, -ες
έχεις προσγειώσει
έχεις προσγειωμένο
έχετε προσγειώσει
έχετε προσγειωμένο
έχεις προσγειωθεί
είσαι προσγειωμένος, -η
έχετε προσγειωθεί
είστε προσγειωμένοι, -ες
έχει προσγειώσει
έχει προσγειωμένο
έχουν προσγειώσει
έχουν προσγειωμένο
έχει προσγειωθεί
είναι προσγειωμένος, -η, -ο
έχουν προσγειωθεί
είναι προσγειωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα προσγειώσει
είχα προσγειωμένο
είχαμε προσγειώσει
είχαμε προσγειωμένο
είχα προσγειωθεί
ήμουν προσγειωμένος, -η
είχαμε προσγειωθεί
ήμαστε προσγειωμένοι, -ες
είχες προσγειώσει
είχες προσγειωμένο
είχατε προσγειώσει
είχατε προσγειωμένο
είχες προσγειωθεί
ήσουν προσγειωμένος, -η
είχατε προσγειωθεί
ήσαστε προσγειωμένοι, -ες
είχε προσγειώσει
είχε προσγειωμένο
είχαν προσγειώσει
είχαν προσγειωμένο
είχε προσγειωθεί
ήταν προσγειωμένος, -η, -ο
είχαν προσγειωθεί
ήταν προσγειωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προσγειώνωθα προσγειώνουμε, θα προσγειώνομεθα προσγειώνομαιθα προσγειωνόμαστε
θα προσγειώνειςθα προσγειώνετεθα προσγειώνεσαιθα προσγειώνεστε, θα προσγειωνόσαστε
θα προσγειώνειθα προσγειώνουν(ε)θα προσγειώνεταιθα προσγειώνονται
Fut
ur
θα προσγειώσωθα προσγειώσουμε, θα προσγειώσομεθα προσγειωθώθα προσγειωθούμε
θα προσγειώσειςθα προσγειώσετεθα προσγειωθείςθα προσγειωθείτε
θα προσγειώσειθα προσγειώσουνθα προσγειωθείθα προσγειωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προσγειώσει
θα έχω προσγειωμένο
θα έχουμε προσγειώσει
θα έχουμε προσγειωμένο
θα έχω προσγειωθεί
θα είμαι προσγειωμένος, -η
θα έχουμε προσγειωθεί
θα είμαστε προσγειωμένοι, -ες
θα έχεις προσγειώσει
θα έχεις προσγειωμένο
θα έχετε προσγειώσει
θα έχετε προσγειωμένο
θα έχεις προσγειωθεί
θα είσαι προσγειωμένος, -η
θα έχετε προσγειωθεί
θα είστε προσγειωμένοι, -ες
θα έχει προσγειώσει
θα έχει προσγειωμένο
θα έχουν προσγειώσει
θα έχουν προσγειωμένο
θα έχει προσγειωθεί
θα είναι προσγειωμένος, -η, -ο
θα έχουν προσγειωθεί
θα είναι προσγειωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προσγειώνωνα προσγειώνουμε, να προσγειώνομενα προσγειώνομαινα προσγειωνόμαστε
να προσγειώνειςνα προσγειώνετενα προσγειώνεσαινα προσγειώνεστε, να προσγειωνόσαστε
να προσγειώνεινα προσγειώνουν(ε)να προσγειώνεταινα προσγειώνονται
Aoristνα προσγειώσωνα προσγειώσουμε, να προσγειώσομενα προσγειωθώνα προσγειωθούμε
να προσγειώσειςνα προσγειώσετενα προσγειωθείςνα προσγειωθείτε
να προσγειώσεινα προσγειώσουν(ε)να προσγειωθείνα προσγειωθούν(ε)
Perfνα έχω προσγειώσει
να έχω προσγειωμένο
να έχουμε προσγειώσει
να έχουμε προσγειωμένο
να έχω προσγειωθεί
να είμαι προσγειωμένος, -η
να έχουμε προσγειωθεί
να είμαστε προσγειωμένοι, -ες
να έχεις προσγειώσει
να έχεις προσγειωμένο
να έχετε προσγειώσει
να έχετε προσγειωμένο
να έχεις προσγειωθεί
να είσαι προσγειωμένος, -η
να έχετε προσγειωθεί
να είστε προσγειωμένοι, -ες
να έχει προσγειώσει
να έχει προσγειωμένο
να έχουν προσγειώσει
να έχουν προσγειωμένο
να έχει προσγειωθεί
να είναι προσγειωμένος, -η, -ο
να έχουν προσγειωθεί
να είναι προσγειωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπροσγείωνεπροσγειώνετεπροσγειώνεστε
Aoristπροσγείωσεπροσγειώστε, προσγειώσετεπροσγειώσουπροσγειωθείτε
Part
izip
Presπροσγειώνοντας
Perfέχοντας προσγειώσει, έχοντας προσγειωμένοπροσγειωμένος, -η, -οπροσγειωμένοι, -ες, -α
InfinAoristπροσγειώσειπροσγειωθεί




Griechische Definition zu προσγειώνω

προσγειώνω [prozjióno] -ομαι μππ. προσγειωμένος* : 1. επαναφέρω μια πτητική μηχανή (αεροσκάφος, διαστημικό όχημα, αερόστατο κτλ.) στο έδαφος, στη γη· (πρβ. προσεδαφίζω). ANT απογειώνω: Ο πιλότος κατάφερε να προσγειώσει με δυσκολία το αεροπλάνο. Tο ελικόπτερο προσγειώθηκε στη στέγη του κτιρίου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu προσγειώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15