πληρώ  Verb  [pliro, plhrw]

Ähnliche Bedeutung wie πληρώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze πληρώ

... μέσω του ιστότοπου www.businessportal.gr. Σε αυτά τα σημεία επαφής διεκπεραιώνονται όλες οι απαραίτητες ενέργειες που απαιτούνται για να πραγματοποιούν ...

... Λούτον, γνωστή επίσημα ως easyJet Airline Company Limited. Η αερογραμμή διεκπεραιώνει σχεδιασμένες υπηρεσίες για τους συχνούς επιβάτες περιηγησμού και επιχειρήσεων ...

... εκπροσωπείται από έναν Αντιπρόεδρο και ένα μέλος. Η Εκτελεστική Επιτροπή διεκπεραιώνει τα διάφορα καταστατικά, τους κανονισμούς, και τα ψηφίσματα. Οι ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze erfüllen

... Es war klar, dass dieser faule Schüler die Erwartungen seiner Familie nie erfüllen würde. ...

... Die Fliedersträuche erfüllen den Garten mit ihrem Duft. ...

... Wir werden sehen, ob sie ihr Versprechen erfüllen werden oder nicht. ...

Quelle: cost, Sudajaengi, al_ex_an_der

Grammatik


ΠΛΗΡΩ
I fulfill
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πληρώπληρούμεπληρούμαιπληρούμαστε, πληρούμεθα
πληροίςπληροίτεπληρούσαιπληρούστε, πληρούσθε
πληροίπληρούν(ε)πληρούταιπληρούνται
Imper
fekt
πληρούσαπληρούσαμεπληρούμουνπληρούμαστε
πληρούσεςπληρούσατε
πληρούσεπληρούσαν(ε)πληρούνταν, επληρούτοπληρούνταν, επληρούντο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πληρώθα πληρούμεθα πληρούμαιθα πληρούμαστε, θα πληρούμεθα
θα πληροίςθα πληροίτεθα πληρούσαιθα πληρούστε, θα πληρούσθε
θα πληροίθα πληρούν(ε)θα πληρούταιθα πληρούνται
SUB
JUNC
TIVE
Präs
enz
να πληρώνα πληρούμενα πληρούμαινα πληρούμαστε, να πληρούμεθα
να πληροίςνα πληροίτενα πληρούσαινα πληρούστε, να πληρούσθε
να πληροίνα πληρούν(ε)να πληρούταινα πληρούνται
Imper
ativ
Presπληροίτε
Part
izip
Presπληρώνταςπληρούμενος




Griechische Definition zu πληρώ

πληρώ [pdivró] -ούμαι Ρ (μόνο στο ενεστ. θ.) πληροίς, πληροί, πληρούμε, πληροίτε, πληρούν : (λόγ.) εκπληρώνω, τηρώ κτ., ανταποκρίνομαι με επάρκεια σε κτ.: Οι εγκαταστάσεις πρέπει να πληρούν ορισμένες προδια γραφές ασφάλειας και υγιεινής. Δε δικαιούται να πάρει σύνταξη, γιατί δεν πληροί τους όρους συνταξιοδότησης. (Δεν) πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις.

[λόγ. < αρχ. πληρῶ `γεμίζω, ξεπληρώνω΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πληρώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15