πλέω  Verb  [pleo, plew]

Ähnliche Bedeutung wie πλέω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze πλέω

... ρήματος αντιπλέω που σημαίνει πλέω ενάντια (ανέμου, θαλάσσιου ή ποτάμιου ρεύματος, ακόμη και εχθρού), σε κοινή έκφραση "πλέω κόντρα", για παράδειγμα ο ασφαλής ...

... "αρμενίζω - τάκα μπουρίνα" ή απλούστερα "αρμενίζω στη μπουρίνα" σημαίνει "πλέω την εγγυτάτη" (επίσημος όρος) ή "τραβώ τους πλαγιαστήρες όσο παίρνει" (στη ...

... ομάδες) Μετά το τέλος της κανονικής περιόδου ακολουθούν τα πλέυ οφ και τα πλέυ άουτ.Στα πλέυ οφ συμμετέχουν οι 6 πρώτες ομάδες της κανονικής διάρκειας ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze fahren

... Jimmy versuchte, seine Eltern dazu zu kriegen, ihn mit seinen Freunden quer durch das Land fahren zu lassen. ...

... Wo fahren die Flughafenbusse los? ...

... Er ist alt genug, um fahren zu dürfen. ...

Quelle: MUIRIEL, Sprachprofi, human600

Grammatik


ΠΛΕΩ
I sail
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πλέωπλέουμε, πλέομε
πλέειςπλέετε
πλέειπλέουν(ε)
Imper
fekt
έπλεαπλέαμε
έπλεεςπλέατε
έπλεεέπλεαν, πλέαν(ε)
Aoristέπλευσαπλεύσαμε
έπλευσεςπλεύσατε
έπλευσεέπλευσαν, πλεύσαν(ε)
Per
fect
έχω πλεύσειέχουμε πλεύσει
έχεις πλεύσειέχετε πλεύσει
έχει πλεύσειέχουν πλεύσει
Plu
per
fect
είχα πλεύσειείχαμε πλεύσει
είχες πλεύσειείχατε πλεύσει
είχε πλεύσειείχαν πλεύσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πλέωθα πλέουμε, θα πλέομε
θα πλέειςθα πλέετε
θα πλέειθα πλέουν(ε)
Fut
ur
θα πλεύσωθα πλεύσουμε, θα πλεύσομε
θα πλεύσειςθα πλεύσετε
θα πλεύσειθα πλεύσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πλεύσειθα έχουμε πλεύσει
θα έχεις πλεύσειθα έχετε πλεύσει
θα έχει πλεύσειθα έχουν πλεύσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πλέωνα πλέουμε, να πλέομε
να πλέειςνα πλέετε
να πλέεινα πλέουν(ε)
Aoristνα πλεύσωνα πλεύσουμε, να πλεύσομε
να πλεύσειςνα πλεύσετε
να πλεύσεινα πλεύσουν(ε)
Perfνα έχω πλεύσεινα έχουμε πλεύσει
να έχεις πλεύσεινα έχετε πλεύσει
να έχει πλεύσεινα έχουν πλεύσει
Imper
ativ
Presπλέεπλέετε
Aoristπλεύσεπλεύσετε, πλεύστε
Part
izip
Presπλέοντας
Perfέχοντας πλεύσει
InfinAoristπλεύσει



Icon tools.svg Dieser Eintrag oder Abschnitt bedarf einer Überarbeitung. Hilf bitte mit, ihn zu verbessern, und entferne anschließend diese Markierung.

Folgendes ist zu überarbeiten: einige Bedeutungen sind identisch; die Nummern prüfen







Griechische Definition zu πλέω

πλέω [pléo] Ρ αόρ. έπλευσα, απαρέμφ. πλεύσει : 1α. (για άνθρ.) κινούμαι, ταξιδεύω με πλωτό μέσο, με σκάφος στη θάλασσα, σε λίμνη, σε ποτάμι: πλέω στο ανοιχτό πέλαγος / κοντά στις ακτές / κατά μήκος του ποταμού. Πλέουμε προς το λιμάνι / δυτικά της Kρήτης. Πλέαμε στα ανοιχτά, όταν ξέσπασε τρικυμία. β. (για σκάφος) κινούμαι, ταξιδεύω στη θάλασσα, σε λίμνη, σε ποτάμι: Tα πολεμικά πλοία πήραν εντολή να πλεύσουν κατά του εχθρικού στόλου. Tο καράβι έπλεε ολόφωτο μέσα στη νύχτα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πλέω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15