πλάθω  Verb  [platho, plathw]

Ähnliche Bedeutung wie πλάθω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze formen

... Wir sind, was wir denken. Alles, was wir sind, entsteht aus unseren Gedanken. Mit unseren Gedanken formen wir die Welt. ...

... Die Bienen sammeln den Nektar der Blüten und formen ihn zu Honig um. ...

... umgangssprachlich BH) ist ein Wäschestück, das die weibliche Brust stützen und formen soll. Die Sitte, die Brüste zu bedecken und zu stützen, reicht mindestens ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΛΑΘΩ
I shape
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πλάθωπλάθουμε, πλάθομεπλάθομαιπλαθόμαστε
πλάθειςπλάθετεπλάθεσαιπλάθεστε, πλαθόσαστε
πλάθειπλάθουν(ε)πλάθεταιπλάθονται
Imper
fekt
έπλαθαπλάθαμεπλαθόμουν(α)πλαθόμαστε, πλαθόμασταν
έπλαθεςπλάθατεπλαθόσουν(α)πλαθόσαστε, πλαθόσασταν
έπλαθεέπλαθαν, πλάθαν(ε)πλαθόταν(ε)πλάθονταν, πλαθόντανε, πλαθόντουσαν
Aoristέπλασαπλάσαμεπλάστηκαπλαστήκαμε
έπλασεςπλάσατεπλάστηκεςπλαστήκατε
έπλασεέπλασαν, πλάσαν(ε)πλάστηκεπλάστηκαν, πλαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω πλάσει
έχω πλασμένο
έχουμε πλάσει
έχουμε πλασμένο
έχω πλαστεί
είμαι πλασμένος, -η
έχουμε πλαστεί
είμαστε πλασμένοι, -ες
έχεις πλάσει
έχεις πλασμένο
έχετε πλάσει
έχετε πλασμένο
έχεις πλαστεί
είσαι πλασμένος, -η
έχετε πλαστεί
είστε πλασμένοι, -ες
έχει πλάσει
έχει πλασμένο
έχουν πλάσει
έχουν πλασμένο
έχει πλαστεί
είναι πλασμένος, -η, -ο
έχουν πλαστεί
είναι πλασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα πλάσει
είχα πλασμένο
είχαμε πλάσει
είχαμε πλασμένο
είχα πλαστεί
ήμουν πλασμένος, -η
είχαμε πλαστεί
ήμαστε πλασμένοι, -ες
είχες πλάσει
είχες πλασμένο
είχατε πλάσει
είχατε πλασμένο
είχες πλαστεί
ήσουν πλασμένος, -η
είχατε πλαστεί
ήσαστε πλασμένοι, -ες
είχε πλάσει
είχε πλασμένο
είχαν πλάσει
είχαν πλασμένο
είχε πλαστεί
ήταν πλασμένος, -η, -ο
είχαν πλαστεί
ήταν πλασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πλάθωθα πλάθουμε, θα πλάθομεθα πλάθομαιθα πλαθόμαστε
θα πλάθειςθα πλάθετεθα πλάθεσαιθα πλάθεστε, θα πλαθόσαστε
θα πλάθειθα πλάθουν(ε)θα πλάθεταιθα πλάθονται
Fut
ur
θα πλάσωθα πλάσουμε, θα πλάσομεθα πλαστώθα πλαστούμε
θα πλάσειςθα πλάσετεθα πλαστείςθα πλαστείτε
θα πλάσειθα πλάσουν(ε)θα πλαστείθα πλαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πλάσει
θα έχω πλασμένο
θα έχουμε πλάσει
θα έχουμε πλασμένο
θα έχω πλαστεί
θα είμαι πλασμένος, -η
θα έχουμε πλαστεί
θα είμαστε πλασμένοι, -ες
θα έχεις πλάσει
θα έχεις πλασμένο
θα έχετε πλάσει
θα έχετε πλασμένο
θα έχεις πλαστεί
θα είσαι πλασμένος, -η
θα έχετε πλαστεί
θα είστε πλασμένοι, -ες
θα έχει πλάσει
θα έχει πλασμένο
θα έχουν πλάσει
θα έχουν πλασμένο
θα έχει πλαστεί
θα είναι πλασμένος, -η, -ο
θα έχουν πλαστεί
θα είναι πλασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πλάθωνα πλάθουμε, να πλάθομενα πλάθομαινα πλαθόμαστε
να πλάθειςνα πλάθετενα πλάθεσαινα πλάθεστε, να πλαθόσαστε
να πλάθεινα πλάθουν(ε)να πλάθεταινα πλάθονται
Aoristνα πλάσωνα πλάσουμε, να πλάσομενα πλαστώνα πλαστούμε
να πλάσειςνα πλάσετενα πλαστείςνα πλαστείτε
να πλάσεινα πλάσουν(ε)να πλαστείνα πλαστούν(ε)
Perfνα έχω πλάσει
να έχω πλασμένο
να έχουμε πλάσει
να έχουμε πλασμένο
να έχω πλαστεί
να είμαι πλασμένος, -η
να έχουμε πλαστεί
να είμαστε πλασμένοι, -ες
να έχεις πλάσει
να έχεις πλασμένο
να έχετε πλάσει
να έχετε πλασμένο
να έχεις πλαστεί
να είσαι πλασμένος, -η
να έχετε πλαστεί
να είστε πλασμένοι, -ες
να έχει πλάσει
να έχει πλασμένο
να έχουν πλάσει
να έχουν πλασμένο
να έχει πλαστεί
να είναι πλασμένος, -η, -ο
να έχουν πλαστεί
να είναι πλασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπλάθεπλάθετεπλάθεστε
Aoristπλάσεπλάστεπλάσουπλαστείτε
Part
izip
Presπλάθοντας
Perfέχοντας πλάσει, έχοντας πλασμένοπλασμένος, -η, -οπλασμένοι, -ες, -α
InfinAoristπλάσειπλαστεί



Person Wortform
Präsens ich forme
du formst
er, sie, es formt
Präteritum ich formte
Konjunktiv II ich formte
Imperativ Singular form!
forme!
Plural formt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geformt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:formen


Griechische Definition zu πλάθω

πλάθω [pláθo] -ομαι Ρ αόρ. έπλασα, απαρέμφ. πλάσει, παθ. αόρ. πλάστη κα, απαρέμφ. πλαστεί, μππ. πλασμένος : 1. κατεργάζομαι μια εύπλαστη ύλη και της δίνω ορισμένο σχήμα, μορφή: πλάθω το ψωμί / τα τσουρέκια / τα κουλουράκια / τα κεφτεδάκια / τα γιουβαρλάκια. πλάθω τον πηλό / την πλαστελίνη. || (ιδ. για το Θεό) δημιουργώ, διαμορφώνω: Ο Θεός έπλασε τον Aδάμ από πηλό / τον κόσμο σε έξι μέρες. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πλάθω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15