παρακμάζω  Verb  [parakmazo, parakmazw]

Ähnliche Bedeutung wie παρακμάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze untergehen

... Wenn Dich jemand in seinen Augen ertrinken lässt, ohne Dir etwas zu geben, an dem Du Dich festhalten kannst, solltest Du schwimmen lernen, bevor Du sicher darin untergehen wirst! ...

... Stimmt es, dass die Welt im Jahre 2012 untergehen wird? ...

... Man sieht die Sonne langsam untergehen und erschrickt dennoch, wenn es dunkel ist. ...

Quelle: Esperantostern, Pfirsichbaeumchen, Esperantostern

Grammatik


ΠΑΡΑΚΜΑΖΩ
I decline
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παρακμάζωπαρακμάζουμε, παρακμάζομε
παρακμάζειςπαρακμάζετε
παρακμάζειπαρακμάζουν(ε)
Imper
fekt
παράκμαζαπαρακμάζαμε
παράκμαζεςπαρακμάζατε
παράκμαζεπαράκμαζαν, παρακμάζαν(ε)
Aoristπαράκμασαπαρακμάσαμε
παράκμασεςπαρακμάσατε
παράκμασεπαράκμασαν, παρακμάσαν(ε)
Per
fect
έχω παρακμάσειέχουμε παρακμάσει
έχεις παρακμάσειέχετε παρακμάσει
έχει παρακμάσειέχουν παρακμάσει
Plu
per
fect
είχα παρακμάσειείχαμε παρακμάσει
είχες παρακμάσειείχατε παρακμάσει
είχε παρακμάσειείχαν παρακμάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παρακμάζωθα παρακμάζουμε, θα παρακμάζομε
θα παρακμάζειςθα παρακμάζετε
θα παρακμάζειθα παρακμάζουν(ε)
Fut
ur
θα παρακμάσωθα παρακμάσουμε, θα παρακμάζομε
θα παρακμάσειςθα παρακμάσετε
θα παρακμάσειθα παρακμάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παρακμάσειθα έχουμε παρακμάσει
θα έχεις παρακμάσειθα έχετε παρακμάσει
θα έχει παρακμάσειθα έχουν παρακμάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παρακμάζωνα παρακμάζουμε, να παρακμάζομε
να παρακμάζειςνα παρακμάζετε
να παρακμάζεινα παρακμάζουν(ε)
Aoristνα παρακμάσωνα παρακμάσουμε, να παρακμάσομε
να παρακμάσειςνα παρακμάσετε
να παρακμάσεινα παρακμάσουν(ε)
Perfνα έχω παρακμάσεινα έχουμε παρακμάσει
να έχεις παρακμάσεινα έχετε παρακμάσει
να έχει παρακμάσεινα έχουν παρακμάσει
Imper
ativ
Presπαράκμαζεπαρακμάζετε
Aoristπαράκμασεπαρακμάστε
Part
izip
Presπαρακμάζοντας
Perfέχοντας παρακμάσει
InfinAoristπαρακμάσει




Griechische Definition zu παρακμάζω

παρακμάζω [parakmázo] .1α αόρ. και παρήκμασα, απαρέμφ. παρακμάσει, μππ. παρακμασμένος και παρηκμασμένος* : περνώ, βρίσκομαι σε στάδιο μείωσης, φθοράς της ακμής, της ανάπτυξης, της ισχύος και, με επέκταση, του κύρους, της αξίας μου. ANT ακμάζω: Πότε άρχισε να παρακμάζει η Ρωμαϊκή Aυτοκρατορία; Ο ανθρώπινος οργανισμός αρχίζει να παρακμάζει μετά τα σαράντα. Παρακμάζει το εμπόριο / η οικονομία / ο πολιτισμός. Παρακμάζουν οι τέχνες / τα γράμματα. H παρακμασμένη Οθωμανική Aυτοκρατορία δεν άργησε να διαλυθεί. Tο σώμα του ήταν πλαδαρό και παρακμασμένο.

[λόγ. < αρχ. παρακμάζω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παρακμάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15