παρέχω  Verb  [parecho, parexw]

Ähnliche Bedeutung wie παρέχω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze παρέχω

... αυθεντικές στολές άρχισαν να παράγονται για πώληση στους φιλάθλους, παρέχοντας υψηλά ποσά εσόδων στις ποδοσφαιρικές ομάδες. Οι Κανόνες του Παιχνιδιού ...

... Lydia. Μαρτυρία τής αρχαίας προφοράς παρέχουν επίσης οι νεοελληνικές διάλεκτοι. Αξιοποιήσιμα στοιχεία παρέχονται κατ’ εξοχήν από τις περιφερειακές διαλέκτους ...

... δύναμη των κυβερνώντων. Η ρωμαϊκή παράδοση, όπως και οι αποδείξεις που παρέχουν οι αρχαιολόγοι, καταδεικνύει ένα σύμπλεγμα στη Ρωμαϊκή Αγορά (Forum Romanum) ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze gewähren

... Wir gewähren einen 5%igen Rabatt vom Listenpreis. ...

... Der Türhüter sagt, dass er ihm jetzt den Eintritt nicht gewähren könne. ...

... Lasset also jeden und jedes gewähren und begnügt euch damit, vor eurer Tür zu kehren. ...

Quelle: xtofu80, al_ex_an_der, Esperantostern

Grammatik


ΠΑΡΕΧΩ
I afford
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
παρέχω, exw>έχωπαρέχουμε, παρέχομεπαρέχομαιπαρεχόμαστε
παρέχειςπαρέχετεπαρέχεσαιπαρέχεστε, παρεχόσαστε
παρέχειπαρέχουν(ε)παρέχεταιπαρέχονται
Imper
fekt
παρείχαπαρείχαμεπαρεχόμουν(α)παρεχόμαστε
παρείχεςπαρείχατεπαρεχόσουν(α)(παρεχόσαστε)
παρείχεπαρείχαν(ε)παρεχόταν(ε)παρέχονταν
Aorist(παρείχα)(παρείχαμε)παρασχέθηκαπαρασχεθήκαμε
(παρείχες)(παρείχατε)παρασχέθηκεςπαρασχεθήκατε
(παρείχε)(παρείχαν(ε))παρασχέθηκεπαρασχέθηκαν, παρασχεθήκαν(ε)
Per
fect
έχω παράσχειέχουμε παράσχειέχω παρασχεθείέχουμε παρασχεθεί
έχεις παράσχειέχετε παράσχειέχεις παρασχεθείέχετε παρασχεθεί
έχει παράσχειέχουν παράσχειέχει παρασχεθείέχουν παρασχεθεί
Plu
per
fect
είχα παράσχειείχαμε παράσχειείχα παρασχεθείείχαμε παρασχεθεί
είχες παράσχειείχατε παράσχειείχες παρασχεθείείχατε παρασχεθεί
είχε παράσχειείχαν παράσχειείχε παρασχεθείείχαν παρασχεθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα παρέχωθα παρέχουμε, θα παρέχομεθα παρέχομαιθα παρεχόμαστε
θα παρέχειςθα παρέχετεθα παρέχεσαιθα παρέχεστε
θα παρέχειθα παρέχουν(ε)θα παρέχεταιθα παρέχονται
Fut
ur
θα παράσχωθα παράσχουμε, θα παράσχομεθα παρασχεθώθα παρασχεθούμε
θα παράσχειςθα παράσχετεθα παρασχεθείςθα παρασχεθείτε
θα παράσχειθα παράσχουν(ε)θα παρασχεθείθα παρασχεθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω παράσχειθα έχουμε παράσχειθα έχω παρασχεθείθα έχουμε παρασχεθεί
θα έχεις παράσχειθα έχετε παράσχειθα έχεις παρασχεθείθα έχετε παρασχεθεί
θα έχει παράσχειθα έχουν παράσχειθα έχει παρασχεθείθα έχουν παρασχεθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να παρέχωνα παρέχουμε, να παρέχομενα παρέχομαινα παρεχόμαστε
να παρέχειςνα παρέχετενα παρέχεσαινα παρέχεστε
να παρέχεινα παρέχουν(ε)να παρέχεταινα παρέχονται
Aoristνα παράσχωνα παράσχουμε, να παράσχομενα παρασχεθώνα παρασχεθούμε
να παράσχειςνα παράσχετενα παρασχεθείςνα παρασχεθείτε
να παράσχεινα παράσχουν(ε)να παρασχεθείνα παρασχεθούν(ε)
Perfνα έχω παράσχεινα έχουμε παράσχεινα έχω παρασχεθείνα έχουμε παρασχεθεί
να έχεις παράσχεινα έχετε παράσχεινα έχεις παρασχεθείνα έχετε παρασχεθεί
να έχει παράσχεινα έχουν παράσχεινα έχει παρασχεθείνα έχουν παρασχεθεί
Imper
ativ
Presπαρέχετεπαρέχεστε
Aoristπαράσχετεπαρασχεθείτε
Part
izip
Presπαρέχονταςπαρεχόμενος
Perfέχοντας παράσχει
InfinAoristπαράσχειπαρασχεθεί






Griechische Definition zu παρέχω

παρέχω [paréxo] -ομαι Ρ πρτ. παρείχα, αόρ. γ' πρόσ. παρέσχε, παρέσχεσαν, απαρέμφ. παράσχει, παθ. αόρ. παρασχέθηκα, απαρέμφ. παρασχε θεί : δίνω, προσφέρω, προμηθεύω, εξασφαλίζω κτ. σε κπ.: παρέχω υποστήριξη / ευκαιρίες / διευκολύνσεις / εφόδια / υπηρεσίες / διαβεβαίωση / εγγυήσεις. Ο μισθός του του παρέχει τη δυνατότητα να ζει άνετα. Tο IKA παρέ χει στους ασφαλισμένους του ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Στον τραυματία παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες. Στον τουρισμό οι παρεχόμενες υπηρεσίες είναι συχνά χαμηλής ποιότητας.

[λόγ. < αρχ. παρέχω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu παρέχω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15