{η}  παράγραφος Subst.  [paragrafos, pararrafos]

{der}    Subst.
(192942)
{der}    Subst.
(2960)
{der}    Subst.
(95)

Etymologie zu παράγραφος

παράγραφος Koine-Griechisch παράγραφος altgriechisch παραγράφω παρά + γράφω ((Lehnbedeutung) französisch paragraphe)


GriechischDeutsch
Τα υπό εξέταση μέτρα, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να θωρηθούν συμβατά με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο β) της συνθήκης ΕΚ. 5.3. Συμβατότητα με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο γ — Ενίσχυση αναδιάρθρωσηςDie in Rede stehenden Maßnahmen können daher nicht gemäß Artikel 87 Absatz 3 Buchstabe b EG-Vertrag für mit dem Gemeinsamen Markt vereinbar erklärt werden. 5.3 Vereinbarkeit mit dem Gemeinsamen Markt nach Artikel 87 Absatz 3 Buchstabe c — Umstrukturierungsbeihilfe

Übersetzung bestätigt

Δυνάμει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο β) της συνθήκης ΕΚ η παροχή ενισχύσεων επιτρέπεται μόνο για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους.Nach Artikel 87 Absatz 3 Buchstabe b EG-Vertrag dürfen Beihilfen gewährt werden, um eine beträchtliche Störung im Wirtschaftsleben eines Mitgliedstaats zu beheben. Die Kommission weist darauf hin, dass das Gericht erster Instanz betont hat, dass Artikel 87 Absat 3 Buchstabe b EG-Vertrag restriktiv anzuwenden ist.

Übersetzung bestätigt

Συμβατότητα των μέτρων με την κοινή αγορά δυνάμει του άρθρου 87 παράγραφος 3 στοιχείο β) της συνθήκης ΕΚ: ενισχύσεις για την άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλουςVereinbarkeit der Maßnahmen mit dem Gemeinsamen Markt nach Artikel 87 Absatz 3 Buchstabe b EG-Vertrag: Beihilfen zur Behebung einer beträchtlichen Störung im Wirtschaftsleben eines Mitgliedstaats

Übersetzung bestätigt

Η Επιτροπή εξετάζει καταρχήν εάν τα μέτρα συνιστούν κρατικές ενισχύσεις υπό την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΚ.Die Kommission prüft zunächst, ob die Maßnahmen staatliche Beihilfen im Sinne des Artikels 87 Absatz 1 EG-Vertrag darstellt.

Übersetzung bestätigt

Επιπλέον, η Επιτροπή διατύπωσε τη δεδομένη στιγμή αμφιβολίες για το αν τα μέτρα μπορούσαν να θεωρηθούν βάσει του άρθρου 87 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΚ συμβατά με την κοινή αγορά.Außerdem hatte die Kommission zum damaligen Zeitpunkt Zweifel, ob die Maßnahmen gemäß Artikel 87 Absatz 3 EG-Vertrag als mit dem Gemeinsamen Markt vereinbar angesehen werden konnten.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter



Griechische Definition zu παράγραφος

παράγραφος η [paráγrafos] : 1. τμήμα πεζού λόγου που συνιστά μια σχετικά εκτεταμένη και νοηματικά αυτοτελή ενότητα, η οποία αποτελείται από μία ή περισσότερες περιόδους, αρχίζει πάντοτε με καινούριο στίχο και γράφεται ή τυπώνεται συνήθ. λίγο πιο μέσα (δεξιότερα) από το αριστερό περιθώριο: Aνοίγω / αρχίζω παράγραφο. Tο κείμενο αποτελείται από τρεις παραγράφους. H παράγραφος σημειώνεται με το σύμβολο Λ. Εσοχή παραγράφου. (έκφρ.) αυτό είναι άλλη παράγραφος, τελείως διαφορετικό ζήτημα, άσχετο με το συζητούμενο θέμα. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback