οχυρώνω Verb  [ochirono, oxyrwnw]

  Verb
(0)

Etymologie zu οχυρώνω

οχυρώνω altgriechisch ὀχυρόω / ὀχυρῶ


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu οχυρώνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
οχυρώνωοχυρώνουμε, οχυρώνομεοχυρώνομαιοχυρωνόμαστε
οχυρώνειςοχυρώνετεοχυρώνεσαιοχυρώνεστε, οχυρωνόσαστε
οχυρώνειοχυρώνουν(ε)οχυρώνεταιοχυρώνονται
Imper
fekt
οχύρωναοχυρώναμεοχυρωνόμουν(α)οχυρωνόμαστε, οχυρωνόμασταν
οχύρωνεςοχυρώνατεοχυρωνόσουν(α)οχυρωνόσαστε, οχυρωνόσασταν
οχύρωνεοχύρωναν, οχυρώναν(ε)οχυρωνόταν(ε)οχυρώνονταν, οχυρωνόντανε, οχυρωνόντουσαν
Aoristοχύρωσαοχυρώσαμεοχυρώθηκαοχυρωθήκαμε
οχύρωσεςοχυρώσατεοχυρώθηκεςοχυρωθήκατε
οχύρωσεοχύρωσαν, οχυρώσαν(ε)οχυρώθηκεοχυρώθηκαν, οχυρωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω οχυρώσει
έχω οχυρωμένο
έχουμε οχυρώσει
έχουμε οχυρωμένο
έχω οχυρωθεί
είμαι οχυρωμένος, -η
έχουμε οχυρωθεί
είμαστε οχυρωμένοι, -ες
έχεις οχυρώσει
έχεις οχυρωμένο
έχετε οχυρώσει
έχετε οχυρωμένο
έχεις οχυρωθεί
είσαι οχυρωμένος, -η
έχετε οχυρωθεί
είστε οχυρωμένοι, -ες
έχει οχυρώσει
έχει οχυρωμένο
έχουν οχυρώσει
έχουν οχυρωμένο
έχει οχυρωθεί
είναι οχυρωμένος, -η, -ο
έχουν οχυρωθεί
είναι οχυρωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα οχυρώσει
είχα οχυρωμένο
είχαμε οχυρώσει
είχαμε οχυρωμένο
είχα οχυρωθεί
ήμουν οχυρωμένος, -η
είχαμε οχυρωθεί
ήμαστε οχυρωμένοι, -ες
είχες οχυρώσει
είχες οχυρωμένο
είχατε οχυρώσει
είχατε οχυρωμένο
είχες οχυρωθεί
ήσουν οχυρωμένος, -η
είχατε οχυρωθεί
ήσαστε οχυρωμένοι, -ες
είχε οχυρώσει
είχε οχυρωμένο
είχαν οχυρώσει
είχαν οχυρωμένο
είχε οχυρωθεί
ήταν οχυρωμένος, -η, -ο
είχαν οχυρωθεί
ήταν οχυρωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα οχυρώνωθα οχυρώνουμε, θα οχυρώνομεθα οχυρώνομαιθα οχυρωνόμαστε
θα οχυρώνειςθα οχυρώνετεθα οχυρώνεσαιθα οχυρώνεστε, θα οχυρωνόσαστε
θα οχυρώνειθα οχυρώνουν(ε)θα οχυρώνεταιθα οχυρώνονται
Fut
ur
θα οχυρώσωθα οχυρώσουμε, θα οχυρώσομεθα οχυρωθώθα οχυρωθούμε
θα οχυρώσειςθα οχυρώσετεθα οχυρωθείςθα οχυρωθείτε
θα οχυρώσειθα οχυρώσουνθα οχυρωθείθα οχυρωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω οχυρώσει
θα έχω οχυρωμένο
θα έχουμε οχυρώσει
θα έχουμε οχυρωμένο
θα έχω οχυρωθεί
θα είμαι οχυρωμένος, -η
θα έχουμε οχυρωθεί
θα είμαστε οχυρωμένοι, -ες
θα έχεις οχυρώσει
θα έχεις οχυρωμένο
θα έχετε οχυρώσει
θα έχετε οχυρωμένο
θα έχεις οχυρωθεί
θα είσαι οχυρωμένος, -η
θα έχετε οχυρωθεί
θα είστε οχυρωμένοι, -ες
θα έχει οχυρώσει
θα έχει οχυρωμένο
θα έχουν οχυρώσει
θα έχουν οχυρωμένο
θα έχει οχυρωθεί
θα είναι οχυρωμένος, -η, -ο
θα έχουν οχυρωθεί
θα είναι οχυρωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να οχυρώνωνα οχυρώνουμε, να οχυρώνομενα οχυρώνομαινα οχυρωνόμαστε
να οχυρώνειςνα οχυρώνετενα οχυρώνεσαινα οχυρώνεστε, να οχυρωνόσαστε
να οχυρώνεινα οχυρώνουν(ε)να οχυρώνεταινα οχυρώνονται
Aoristνα οχυρώσωνα οχυρώσουμε, να οχυρώσομενα οχυρωθώνα οχυρωθούμε
να οχυρώσειςνα οχυρώσετενα οχυρωθείςνα οχυρωθείτε
να οχυρώσεινα οχυρώσουν(ε)να οχυρωθείνα οχυρωθούν(ε)
Perfνα έχω οχυρώσει
να έχω οχυρωμένο
να έχουμε οχυρώσει
να έχουμε οχυρωμένο
να έχω οχυρωθεί
να είμαι οχυρωμένος, -η
να έχουμε οχυρωθεί
να είμαστε οχυρωμένοι, -ες
να έχεις οχυρώσει
να έχεις οχυρωμένο
να έχετε οχυρώσει
να έχετε οχυρωμένο
να έχεις οχυρωθεί
να είσαι οχυρωμένος, -η
να έχετε οχυρωθεί
να είστε οχυρωμένοι, -ες
να έχει οχυρώσει
να έχει οχυρωμένο
να έχουν οχυρώσει
να έχουν οχυρωμένο
να έχει οχυρωθεί
να είναι οχυρωμένος, -η, -ο
να έχουν οχυρωθεί
να είναι οχυρωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presοχύρωνεοχυρώνετεοχυρώνεστε
Aoristοχύρωσεοχυρώστε, οχυρώσετεοχυρώσουοχυρωθείτε
Part
izip
Presοχυρώνοντας
Perfέχοντας οχυρώσει, έχοντας οχυρωμένοοχυρωμένος, -η, -οοχυρωμένοι, -ες, -α
InfinAoristοχυρώσειοχυρωθεί





Griechische Definition zu οχυρώνω

οχυρώνω [oxiróno] -ομαι : 1. (στρατ.) αυξάνω την αμυντική ικανότητα ενός τόπου (περιοχής, πόλης, θέσης κτλ.) με την κατασκευή τεχνικών έργων και τον εφοδιασμό του με το υλικό που απαιτείται για την απόκρου ση μιας εχθρικής επίθεσης: οχυρώνω τα σύνορα της χώρας / το λιμάνι. Ο Θεμιστοκλής οχύρωσε την Aθήνα με τείχη και την έκανε απόρθητη. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback