οχυρώνω  Verb  [ochirono, oxyrwnw]

Ähnliche Bedeutung wie οχυρώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze οχυρώνω

... ορίσθηκε αρχηγός της τρίτης καθόδου των Ηρακλειδών. Καταλαμβάνοντας και οχυρώνοντας στρατηγική θέση παρά την Λέρνη της Αργολίδας, νίκησε τον βασιλιά των ...

... πλευρές του λόφου. Το τείχος στην βορειοανατολική πλευρά διακόπτεται γιατί οχυρώνεται φυσικά από την απότομη κλίση της πλαγιάς. Σώζεται σε μερικά σημεία και ...

... Αυτοκρατορία. Ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ε΄ είχε αρχίσει να οχυρώνει τα σύνορα και άρχισε να εποικίζει Αρμένιους και Σύριους στη Βυζαντινή Θράκη ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze befestigen

... Ein anderer Bezeichnung für Handgelenk ist Handwurzel. Viele Menschen befestigen am Arm nahe am Handgelenk eine Armbanduhr. ...

... Der König befahl, dass die Stadt so gut als möglich zu befestigen sei. ...

... Anmachen steht für: umgangssprachlich für anschalten oder einschalten (Lampe, Gerät usw.), ebenfalls für anzünden (Feuer), umgangssprachlich für befestigen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΟΧΥΡΩΝΩ
I fortify
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
οχυρώνωοχυρώνουμε, οχυρώνομεοχυρώνομαιοχυρωνόμαστε
οχυρώνειςοχυρώνετεοχυρώνεσαιοχυρώνεστε, οχυρωνόσαστε
οχυρώνειοχυρώνουν(ε)οχυρώνεταιοχυρώνονται
Imper
fekt
οχύρωναοχυρώναμεοχυρωνόμουν(α)οχυρωνόμαστε, οχυρωνόμασταν
οχύρωνεςοχυρώνατεοχυρωνόσουν(α)οχυρωνόσαστε, οχυρωνόσασταν
οχύρωνεοχύρωναν, οχυρώναν(ε)οχυρωνόταν(ε)οχυρώνονταν, οχυρωνόντανε, οχυρωνόντουσαν
Aoristοχύρωσαοχυρώσαμεοχυρώθηκαοχυρωθήκαμε
οχύρωσεςοχυρώσατεοχυρώθηκεςοχυρωθήκατε
οχύρωσεοχύρωσαν, οχυρώσαν(ε)οχυρώθηκεοχυρώθηκαν, οχυρωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω οχυρώσει
έχω οχυρωμένο
έχουμε οχυρώσει
έχουμε οχυρωμένο
έχω οχυρωθεί
είμαι οχυρωμένος, -η
έχουμε οχυρωθεί
είμαστε οχυρωμένοι, -ες
έχεις οχυρώσει
έχεις οχυρωμένο
έχετε οχυρώσει
έχετε οχυρωμένο
έχεις οχυρωθεί
είσαι οχυρωμένος, -η
έχετε οχυρωθεί
είστε οχυρωμένοι, -ες
έχει οχυρώσει
έχει οχυρωμένο
έχουν οχυρώσει
έχουν οχυρωμένο
έχει οχυρωθεί
είναι οχυρωμένος, -η, -ο
έχουν οχυρωθεί
είναι οχυρωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα οχυρώσει
είχα οχυρωμένο
είχαμε οχυρώσει
είχαμε οχυρωμένο
είχα οχυρωθεί
ήμουν οχυρωμένος, -η
είχαμε οχυρωθεί
ήμαστε οχυρωμένοι, -ες
είχες οχυρώσει
είχες οχυρωμένο
είχατε οχυρώσει
είχατε οχυρωμένο
είχες οχυρωθεί
ήσουν οχυρωμένος, -η
είχατε οχυρωθεί
ήσαστε οχυρωμένοι, -ες
είχε οχυρώσει
είχε οχυρωμένο
είχαν οχυρώσει
είχαν οχυρωμένο
είχε οχυρωθεί
ήταν οχυρωμένος, -η, -ο
είχαν οχυρωθεί
ήταν οχυρωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα οχυρώνωθα οχυρώνουμε, θα οχυρώνομεθα οχυρώνομαιθα οχυρωνόμαστε
θα οχυρώνειςθα οχυρώνετεθα οχυρώνεσαιθα οχυρώνεστε, θα οχυρωνόσαστε
θα οχυρώνειθα οχυρώνουν(ε)θα οχυρώνεταιθα οχυρώνονται
Fut
ur
θα οχυρώσωθα οχυρώσουμε, θα οχυρώσομεθα οχυρωθώθα οχυρωθούμε
θα οχυρώσειςθα οχυρώσετεθα οχυρωθείςθα οχυρωθείτε
θα οχυρώσειθα οχυρώσουνθα οχυρωθείθα οχυρωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω οχυρώσει
θα έχω οχυρωμένο
θα έχουμε οχυρώσει
θα έχουμε οχυρωμένο
θα έχω οχυρωθεί
θα είμαι οχυρωμένος, -η
θα έχουμε οχυρωθεί
θα είμαστε οχυρωμένοι, -ες
θα έχεις οχυρώσει
θα έχεις οχυρωμένο
θα έχετε οχυρώσει
θα έχετε οχυρωμένο
θα έχεις οχυρωθεί
θα είσαι οχυρωμένος, -η
θα έχετε οχυρωθεί
θα είστε οχυρωμένοι, -ες
θα έχει οχυρώσει
θα έχει οχυρωμένο
θα έχουν οχυρώσει
θα έχουν οχυρωμένο
θα έχει οχυρωθεί
θα είναι οχυρωμένος, -η, -ο
θα έχουν οχυρωθεί
θα είναι οχυρωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να οχυρώνωνα οχυρώνουμε, να οχυρώνομενα οχυρώνομαινα οχυρωνόμαστε
να οχυρώνειςνα οχυρώνετενα οχυρώνεσαινα οχυρώνεστε, να οχυρωνόσαστε
να οχυρώνεινα οχυρώνουν(ε)να οχυρώνεταινα οχυρώνονται
Aoristνα οχυρώσωνα οχυρώσουμε, να οχυρώσομενα οχυρωθώνα οχυρωθούμε
να οχυρώσειςνα οχυρώσετενα οχυρωθείςνα οχυρωθείτε
να οχυρώσεινα οχυρώσουν(ε)να οχυρωθείνα οχυρωθούν(ε)
Perfνα έχω οχυρώσει
να έχω οχυρωμένο
να έχουμε οχυρώσει
να έχουμε οχυρωμένο
να έχω οχυρωθεί
να είμαι οχυρωμένος, -η
να έχουμε οχυρωθεί
να είμαστε οχυρωμένοι, -ες
να έχεις οχυρώσει
να έχεις οχυρωμένο
να έχετε οχυρώσει
να έχετε οχυρωμένο
να έχεις οχυρωθεί
να είσαι οχυρωμένος, -η
να έχετε οχυρωθεί
να είστε οχυρωμένοι, -ες
να έχει οχυρώσει
να έχει οχυρωμένο
να έχουν οχυρώσει
να έχουν οχυρωμένο
να έχει οχυρωθεί
να είναι οχυρωμένος, -η, -ο
να έχουν οχυρωθεί
να είναι οχυρωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presοχύρωνεοχυρώνετεοχυρώνεστε
Aoristοχύρωσεοχυρώστε, οχυρώσετεοχυρώσουοχυρωθείτε
Part
izip
Presοχυρώνοντας
Perfέχοντας οχυρώσει, έχοντας οχυρωμένοοχυρωμένος, -η, -οοχυρωμένοι, -ες, -α
InfinAoristοχυρώσειοχυρωθεί




Griechische Definition zu οχυρώνω

οχυρώνω [oxiróno] -ομαι : 1. (στρατ.) αυξάνω την αμυντική ικανότητα ενός τόπου (περιοχής, πόλης, θέσης κτλ.) με την κατασκευή τεχνικών έργων και τον εφοδιασμό του με το υλικό που απαιτείται για την απόκρου ση μιας εχθρικής επίθεσης: οχυρώνω τα σύνορα της χώρας / το λιμάνι. Ο Θεμιστοκλής οχύρωσε την Aθήνα με τείχη και την έκανε απόρθητη. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu οχυρώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15