οργίζω Verb  [orgizo, orjizo, orgizw]

  Verb
(0)

Etymologie zu οργίζω

οργίζω Etymologie fehlt


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter



Griechische Definition zu οργίζω

οργίζω· αόρ. εργίστην.

I. Ενεργ.
1) Προκαλώ το θυμό κάπ., εξοργίζω κάπ.:
(Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [180]).
2) Εκδηλώνω την οργή μου εναντίον κάπ., τιμωρώ:
ο δε οργιζόμενος υπό του κυρίου αυτού θεωρεί (ενν. κατ’ όναρ) φυλακάς και μάστιγας (Μάρκ., Βουλκ. 35025· 35018).
II. Μέσ.
Ά Μτβ.
1) Θυμώνω, οργίζομαι εναντίον κάπ.:
(Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IX 79
(με γεν. ή αιτιατ. προσώπου):
όταν ο Θεός οργισθεί ενός λαού διά τες αμαρτίες τους … (Κώδ. Χρονογρ. (Κοσμάς) 24
ο Θεός πολλά τους οργίσθη (Βησσαρ., Διαθ. 236127
(εδώ και με σύστ. αντικ.):
οργίσθην του όργηταν πολλήν (Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2135).
2) Εκδηλώνω την οργή μου εναντίον κάπ., τιμωρώ:
εχόλιασεν ο Θεός … κι έδωκε νίκος των Φραγκών και των Ρωμαίων οργίστη (Χρον. Μορ. H 4802· Καρτάν., Π.Ν. Διαθ. φ. 369v).
3) Αποστρέφομαι, αποφεύγω κάπ. ή κ.:
εμαύρισεν η γιόψη μου … κι οι κορασές μ’ οργίζουνται και δε μπορά με δούσι (Πανώρ. Δ́ 15
οργίσου των των αζαριών από τον νουν σου ας έβγουν (Σαχλ. N 11)0
4) Μισώ, απεχθάνομαι:
(Φαλιέρ., Ρίμ. 83
οργίζουνταί τον (ενν. τον πλούσιον) πάντες (Σαχλ. Β́ P 147).
5) Καταριέμαι:
ο Θεός … οργίστηκέ την (ενν. την αχελώνα) και είπε την να το κρατεί το σπίτι της μαζί της (Αιτωλ., Μύθ. 10414· Σουμμ., Ρεμπελ. 1667).
Β́ Αμτβ.
1)
α) Καταλαμβάνομαι από οργή, θυμό:
(Βίος Αλ. 937), (Ιστ. πατρ. 1383), (Θρ. Κων/π. Β 95
(με τις προθ. εις, επί, απάνου και αιτιατ.):
(Χρον. Τόκκων 659
οργίστην ο Μωσέ ιπί τους αναγραμμένους του φουσσάτου (Πεντ. Αρ. XXXI 14
οργίστην ο Κύριος απάνου σας να ξαλείψει εσάς (Πεντ. Δευτ. ΙΧ 19
β) (ως απρόσ. με γεν. προσώπου):
οργίστην του Κάιν πολλά (Πεντ. Γέν. IV 5· Αρ. XVI 15).
Φρ. οργίζεται ο θυμός μου = οργίζομαι:
(Πεντ. Αρ. XI 33, Γέν. XXX 2).
Η μτχ. παρκ. ως επίθ. =
1) Κακομοίρης, δύστυχος, ταλαίπωρος:
(Αιτωλ., Μύθ. 1146
έρχονταν εκείνοι οργισμένοι, οπού τους επιάσασι στον πόλεμον για σκλάβους (Θησ. Β́ [913]).
2) Καταραμένος:
Απέχετ’, οργισμένοι από την χάριν του θεού, εσείς καταραμένοι (Ρίμ. θαν. 101
τόπον οργισμένον (Χούμνου, Κοσμογ. 1115
(υβριστ.):
η κούρβα η οργισμένη (Σαχλ. Β́ PM 663).
[αρχ. οργίζω.Το μέσ. οργίζομαι και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback