ξεχνώ  Verb  [ksechno, ksexnw]

Ähnliche Bedeutung wie ξεχνώ


Beispielsätze ξεχνώ

... Δεν ξεχνώ τους φίλους μου. ...

Quelle: glavkos

Grammatik


ΞΕΧΝΩ
I forget
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ξεχνάω, ξεχνώξεχνάμε, ξεχνούμεξεχνιέμαιξεχνιόμαστε
ξεχνάςξεχνάτεξεχνιέσαιξεχνιέστε, ξεχνιόσαστε
ξεχνάει, ξεχνάξεχνάν(ε), ξεχνούν(ε)ξεχνιέταιξεχνιούνται, ξεχνιόνται
Imper
fekt
ξεχνούσα, ξέχναγαξεχνούσαμε, ξεχνάγαμεξεχνιόμουν(α)ξεχνιόμαστε, ξεχνιόμασταν
ξεχνούσες, ξέχναγεςξεχνούσατε, ξεχνάγατεξεχνιόσουν(α)ξεχνιόσαστε, ξεχνιόσασταν
ξεχνούσε, ξέχναγεξεχνούσαν(ε), ξέχναγαν, ξεχνάγανεξεχνιόταν(ε)ξεχνιόνταν(ε), ξεχνιούνταν, ξεχνιόντουσαν
Aoristξέχασαξεχάσαμεξεχάστηκαξεχαστήκαμε
ξέχασεςξεχάσατεξεχάστηκεςξεχαστήκατε
ξέχασεξέχασαν, ξεχάσαν(ε)ξεχάστηκεξεχάστηκαν, ξεχαστήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω ξεχάσει
έχω ξεχασμένο
έχουμε ξεχάσει
έχουμε ξεχασμένο
έχω ξεχαστεί
είμαι ξεχασμένος, -η
έχουμε ξεχαστεί
είμαστε ξεχασμένοι, -ες
έχεις ξεχάσει
έχεις ξεχασμένο
έχετε ξεχάσει
έχετε ξεχασμένο
έχεις ξεχαστεί
είσαι ξεχασμένος, -η
έχετε ξεχαστεί
είστε ξεχασμένοι, -ες
έχει ξεχάσει
έχει ξεχασμένο
έχουν ξεχάσει
έχουν ξεχασμένο
έχει ξεχαστεί
είναι ξεχασμένος, -η, -ο
έχουν ξεχαστεί
είναι ξεχασμένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα ξεχάσει
είχα ξεχασμένο
είχαμε ξεχάσει
είχαμε ξεχασμένο
είχα ξεχαστεί
ήμουν ξεχασμένος, -η
είχαμε ξεχαστεί
ήμαστε ξεχασμένοι, -ες
είχες ξεχάσει
είχες ξεχασμένο
είχατε ξεχάσει
είχατε ξεχασμένο
είχες ξεχαστεί
ήσουν ξεχασμένος, -η
είχατε ξεχαστεί
ήσαστε ξεχασμένοι, -ες
είχε ξεχάσει
είχε ξεχασμένο
είχαν ξεχάσει
είχαν ξεχασμένο
είχε ξεχαστεί
ήταν ξεχνημενος, -η, -ο
είχαν ξεχαστεί
ήταν ξεχασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ξεχνάω
θα ξεχνώ
θα ξεχνάμε
θα ξεχνούμε
θα ξεχνιέμαιθα ξεχνιόμαστε
θα ξεχνάςθα ξεχνάτεθα ξεχνιέσαιθα ξεχνιέστε
θα ξεχνιόσαστε
θα ξεχνάει
θα ξεχνά
θα ξεχνάν(ε)
θα ξεχνούν(ε)
θα ξεχνιέταιθα ξεχνιούνται
θα ξεχνιόνται
Fut
ur
θα ξεχάσωθα ξεχάσουμε
θα ξεχάσομε (rare)
θα ξεχαστώθα ξεχαστούμε
θα ξεχάσειςθα ξεχάσετεθα ξεχαστείςθα ξεχαστείτε
θα ξεχάσειθα ξεχάσουν(ε)θα ξεχαστείθα ξεχαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ξεχάσει
θα έχω ξεχασμένο
θα έχουμε ξεχάσει
θα έχουμε ξεχασμένο
θα έχω ξεχαστεί
θα είμαι ξεχασμένος, -η
θα έχουμε ξεχαστεί
θα είμαστε ξεχασμένοι, -ες
θα έχεις ξεχάσει
θα έχεις ξεχασμένο
θα έχετε ξεχάσει
θα έχετε ξεχασμένο
θα έχεις ξεχαστεί
θα είσαι ξεχασμένος, -η
θα έχετε ξεχαστεί
θα είστε ξεχνημενοι, -ες
θα έχει ξεχάσει
θα έχει ξεχασμένο
θα έχουν ξεχάσει
θα έχουν ξεχασμένο
θα έχει ξεχαστεί
θα είναι ξεχνημένος, -η, -ο
θα έχουν ξεχαστεί
θα είναι ξεχασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ξεχνάω
να ξεχνώ
να ξεχνάμε
να ξεχνούμε
να ξεχνιέμαινα ξεχνιόμαστε
να ξεχνάςνα ξεχνάτενα ξεχνιέσαινα ξεχνιέστε
να ξεχνάει
να ξεχνά
να ξεχνάν(ε)
να ξεχνούν(ε)
να ξεχνιέταινα ξεχνιούνται
να ξεχνιόνται
Aoristνα ξεχάσωνα ξεχάσουμε
να ξεχάσομε
να ξεχαστώνα ξεχαστούμε
να ξεχάσειςνα ξεχάσετενα ξεχαστείςνα ξεχαστείτε
να ξεχάσεινα ξεχάσουν(ε)να ξεχαστείνα ξεχαστούν(ε)
Perfνα έχω ξεχάσει
να έχω ξεχασμένο
να έχουμε ξεχάσει
να έχουμε ξεχασμένο
να έχω ξεχαστεί
να είμαι ξεχασμένος, -η
να έχουμε ξεχαστεί
να είμαστε ξεχνημενοι, -ες
να έχεις ξεχάσει
να έχεις ξεχασμένο
να έχετε ξεχάσει
να έχετε ξεχασμένο
να έχεις ξεχαστεί
να είσαι ξεχασμένος, -η
να έχετε ξεχαστεί
να είστε ξεχασμένοι, -η
να έχει ξεχάσει
να έχει ξεχασμένο
να έχουν ξεχάσει
να έχουν ξεχασμένο
να έχει ξεχαστεί
να είναι ξεχνημένος, -η, -ο
να έχουν ξεχαστεί
να είναι ξεχασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presξέχνα, ξέχναγεξεχνάτεξεχνιέστε
Aoristξέχασε, ξέχναξεχάστεξεχάσουξεχαστείτε
Part
izip
Presξεχνώντας
Perfέχοντας ξεχάσει, έχοντας ξεχασμένοξεχασμένος, -η, -οξεχασμένοι, -ες, -α
InfinAoristξεχάσειξεχαστεί





Person Wortform
Präsens ich vergesse
du vergisst
er, sie, es vergisst
Präteritum ich vergaß
Konjunktiv II ich vergäße
Imperativ Singular vergiss!
Plural vergesst!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
vergessen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:vergessen


Griechische Definition zu ξεχνώ

ξεχνώ [ksexnó] & -άω, -ιέμαι αόρ. ξέχασα, απαρέμφ. ξεχάσει, παθ. αόρ. ξεχάστηκα, απαρέμφ. ξεχαστεί, μππ. ξεχασμένος : ANT θυμάμαι στις σημ. 1, 2, 3α. 1α. δε συγκρατώ ή δε διατηρώ κτ. στη μνήμη μου: Ξέχα σα το όνομά του / τη διεύθυνσή του. Ξεχνάω πολύ εύκολα. β. για σύνολο γνώσεων θεωρητικών ή πρακτικών που δεν μπορώ να τις επαναφέρω στη μνήμη μου και να τις χρησιμοποιήσω: Ήξερα γερμανικά μα τα ξέχασα. Mαθαίνει γρήγορα αλλά ξεχνάει και γρήγορα. Tο κολύμπι δεν ξεχνιέται. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ξεχνώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15