νεώσοικος  

  • jugendlich
    upvotedownvote
  • newsoikos
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... τρέιλερ, τότε αυτή ονομάζεται κοινώς γλύστρα και είναι συνήθως τσιμέντινη ή μεταλλική. Στην αρχαιότητα το στεγασμένο νεωλκείο ονομάζονταν νεώσοικος. ...

... του ελλαδικού χώρου γενικότερα, αφού περιελάμβανε τους περισσότερους νεώσοικους, και από τους άλλους δύο, (αναφέρονται 196), σε ακτινωτή διάταξη επί της ...

... διαστέλλεται από το Νεωλκείο που είναι το ναυπηγείο και από τον αρχαίο Νεώσοικο, που ήταν στεγασμένος χώρος ανέλκυσης, συντήρησης και φύλαξης των ανελκυσθέντων ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

neosikos, newsoikos


Deutsche Synonyme zu: νεώσοικος

heranwachsend halbwüchsig jugendlich juvenil adoleszent unmündig minderjährig im jugendlichen Alter unerwachsen noch nicht volljährig noch nicht 18 unter 18 unter 18 Jahren noch nicht erwachsen an der Schwelle zum Erwachsenwerden an der Schwelle zum Erwachsensein noch nicht voll geschäftsfähig


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ νεώσοικος νεώσοικοι
Genitiv νεωσοίκου νεωσοίκων
Akkusativ νεώσοικο νεωσοίκους
Vokativ νεώσοικε νεώσοικοι
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15