ναυαγώ  Verb  [nafago, nafaro, nayagw]

Ähnliche Bedeutung wie ναυαγώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ναυαγώ

... O Ναυαγός (πρωτότυπος τίτλος: Cast Away) είναι μια περιπετειώδης, δραματική ταινία Αμερικανικής παραγωγής 2000 με σκηνοθέτη και παραγωγό τον Ρόμπερτ Ζεμέκις ...

... συμπλήρωσε και τα «εγκαταλειμμένα» (πλοίο ή φορτίο). Σήμερα για τα ναυάγια προβλέπει ο Κώδικας Δημοσίου Ναυτικού Δικαίου (ΚΔΝΔ) κεφ. Ε’ άρθ. 195 – ...

... συνέχεια όλο το χώρο των οχημάτων. Οι άνεμοι στη θαλάσσια περιοχή την ώρα του ναυαγίου υπολογίστηκαν σε 10, τουλάχιστον, μποφόρ. Μετά την πτώση του φορτηγού ψυγείου ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze untergehen

... Wenn Dich jemand in seinen Augen ertrinken lässt, ohne Dir etwas zu geben, an dem Du Dich festhalten kannst, solltest Du schwimmen lernen, bevor Du sicher darin untergehen wirst! ...

... Stimmt es, dass die Welt im Jahre 2012 untergehen wird? ...

... Man sieht die Sonne langsam untergehen und erschrickt dennoch, wenn es dunkel ist. ...

Quelle: Esperantostern, Pfirsichbaeumchen, Esperantostern

Grammatik


ΝΑΥΑΓΩ
I become shipwrecked
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ναυαγώναυαγούμε
ναυαγείςναυαγείτε
ναυαγείναυαγούν(ε)
Imper
fekt
ναυαγούσαναυαγούσαμε
ναυαγούσεςναυαγούσατε
ναυαγούσεναυαγούσαν(ε)
Aoristναυάγησαναυαγήσαμε
ναυάγησεςναυαγήσατε
ναυάγησεναυάγησαν, ναυαγήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω ναυαγήσειέχουμε ναυαγήσει
έχεις ναυαγήσειέχετε ναυαγήσει
έχει ναυαγήσειέχουν ναυαγήσει
Plu
perf
ekt
είχα ναυαγήσειείχαμε ναυαγήσει
είχες ναυαγήσειείχατε ναυαγήσει
είχε ναυαγήσειείχαν ναυαγήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ναυαγώθα ναυαγούμε
θα ναυαγείςθα ναυαγείτε
θα ναυαγείθα ναυαγούν(ε)
Fut
ur
θα ναυαγήσωθα ναυαγήσουμε
θα ναυαγήσειςθα ναυαγήσετε
θα ναυαγήσειθα ναυαγήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ναυαγήσειθα έχουμε ναυαγήσει
θα έχεις ναυαγήσειθα έχετε ναυαγήσει
θα έχει ναυαγήσειθα έχουν ναυαγήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ναυαγώνα ναυαγούμε
να ναυαγείςνα ναυαγείτε
να ναυαγείνα ναυαγούν(ε)
Aoristνα ναυαγήσωνα ναυαγήσουμε, να ναυαγήσομε
να ναυαγήσειςνα ναυαγήσετε
να ναυαγήσεινα ναυαγήσουν(ε)
Perfνα έχω ναυαγήσεινα έχουμε ναυαγήσει
να έχεις ναυαγήσεινα έχετε ναυαγήσει
να έχει ναυαγήσεινα έχουν ναυαγήσει
Imper
ativ
Presναυαγείτε
Aoristναυάγησεναυαγήστε, ναυαγήσετε
Part
izip
Presναυαγώντας
Perfναυαγισμένος, -η, -οναυαγισμένοι, -ες, -α
έχοντας ναυαγήσει
InfinAoristναυαγήσει




Griechische Definition zu ναυαγώ

ναυαγώ [navaγó] .9α μππ. ναυαγισμένος : 1.για πλοίο που βυθίζεται ή προσαράζει και συντρίβεται, που παθαίνει ναυάγιο: Πετρελαιοφόρο ναυάγησε στον Ειρηνικό. Tο πλήρωμα εγκατέλειψε έγκαιρα το ναυαγισμένο πλοίο. || (επέκτ.) για άνθρωπο που ταξιδεύει με πλοίο που ναυαγεί: Έχω ναυαγήσει τρεις φορές. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ναυαγώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15