{η}  μύτη Subst.  [miti, myth]

{die}    Subst.
(3479)
{die}    Subst.
(56)
Riechkolben (ugs.)
(3)
{die}    Subst.
(0)

Etymologie zu μύτη

μύτη mittelgriechisch μύτη altgriechisch μύτις


GriechischDeutsch
Επιπλέον, όταν το πλήρωμα πτήσης περιλαμβάνει περισσότερα από ένα μέλη και δεν μεταφέρεται πλήρωμα του θαλάμου επιβατών, πρέπει να υπάρχουν φορητές PBE για να προστατεύουν τους οφθαλμούς, τη μύτη και το στόμα ενός μέλους του πληρώματος πτήσης και να παρέχουν αέριο αναπνοής για περίοδο που δεν είναι μικρότερη από 15 λεπτά καιZusätzlich muss, wenn sich mehr als ein Flugbesatzungsmitglied, aber kein Flugbegleiter an Bord befindet, ein tragbares Atemschutzgerät mitgeführt werden, das Augen, Nase und Mund bedeckt und für einen Zeitraum von nicht weniger als 15 Minuten Atemgas liefert, und

Übersetzung bestätigt

διαθέτει φορητές PBE για να προστατεύουν τους οφθαλμούς, τη μύτη και το στόμα όλων των απαιτούμενων μελών του πληρώματος θαλάμου επιβατών και να παρέχουν αέριο αναπνοής για περίοδο που δεν είναι μικρότερη από 15 λεπτά.für jeden vorgeschriebenen Flugbegleiter mit einem tragbaren Atemschutzgerät, das Augen, Nase und Mund bedeckt und für einen Zeitraum von nicht weniger als 15 Minuten Atemgas liefert.

Übersetzung bestätigt

Επιπλέον, όταν το πλήρωμα πτήσης περιλαμβάνει περισσότερα από ένα μέλη και δεν μεταφέρεται πλήρωμα του θαλάμου επιβατών, πρέπει να υπάρχουν φορητές PBE για να προστατεύουν τους οφθαλμούς, τη μύτη και το στόμα ενός μέλους του πληρώματος πτήσης και να παρέχουν αέριο αναπνοής για περίοδο που δεν είναι μικρότερη από 15 λεπτά· καιZusätzlich muss, wenn sich mehr als ein Flugbesatzungsmitglied, aber kein Flugbegleiter an Bord befindet, ein tragbares Atemschutzgerät mitgeführt werden, das Augen, Nase und Mund bedeckt und für einen Zeitraum von nicht weniger als 15 Minuten Atemgas liefert, und

Übersetzung bestätigt

μύτη.Nase

Übersetzung bestätigt

Ένα παιδί ηλικίας δυόμιση ετών βρέθηκε με ένα παιχνίδι φλυτζάνι από σκληρό πλαστικό κολλημένο στο στόμα και στη μύτη του.Dabei hatte sich eine Spielzeugtasse aus Hartplastik in Mund und Nase eines Kindes festgesetzt.

Übersetzung bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter



Griechische Definition zu μύτη

μύτη η [míti] Ο30α : 1α. προεξοχή του ανθρώπινου προσώπου που βρίσκεται ανάμεσα στα μάτια και στο στόμα, χρησιμεύει ως είσοδος του αναπνευστικού συστήματος και περιέχει και το όργανο της όσφρησης: Bάση / πτερύγια / κόκαλα της μύτης. μύτη χοντρή / σουβλερή / γαμψή / πλακουτσωτή. Kλασική μύτη ή ελληνική μύτη, ίσια. μύτη κόκκινη από το κρύο / από το μεθύσι. || Tα δύο ανοίγματα της μύτης, ρουθούνια. Tρέχουν οι μύξες από τη μύτη του και δεν έχει μαντίλι να τις σκουπίσει. Aναπνέει από το στόμα, γιατί η μύτη του είναι βουλωμένη από το συνάχι. Mατώνει η μύτη κάποιου, βγάζει αίμα. Σκουπίζω / σκαλίζω / καθαρίζω τη μύτη μου. Ρουφάω τη μύτη μου. Mιλάω με τη μύτη, μιλάω ένρινα. Kρατάω / πιάνω τη μύτη μου, όταν υπάρχει δυσάρεστη μυρωδιά. (έκφρ.) περνάω σε κπ. το χαλκά* από τη μύτη. ΦΡ δε βλέπω (ούτε) τη μύτη μου ή δε βλέπω πέρα από τη μύτη μου, δε βλέ πω καλά και μτφ. δεν μπορώ να καταλάβω ή να προβλέψω τίποτα. γίνεται κτ. κάτω από τη μύτη κάποιου, έτσι ώστε αυτός κανονικά θα έπρεπε να το είχε αντιληφθεί. σέρνω / τραβώ κπ. από τη μύτη, τον έχω άβουλο όργανό μου. έχει ψηλά τη μύτη του, έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, είναι αλαζόνας. να μου τρυπήσεις τη μύτη, για άρνηση. χώνω* τη μύτη μου κάπου. χώνω* τη μύτη μου παντού. πέφτει* η μύτη μου. μου βγαίνει κτ. από τη μύτη, για ορισμένη ευχαρίστηση ή ωφέλεια υφίσταμαι μεγαλύτερη ενόχληση ή ζημία. βγάζω από τη μύτη κάποιου κτ., στενοχωρώ κπ. ύστερα από κτ. ευχάριστο. μπαίνω στη μύτη κάποιου, τον ενοχλώ. πέφτουν μύτες, κάνει πολύ κρύο. σκάω μύτη, εμφανίζομαι. δε μάτωσε / δεν άνοιξε μύτη, δεν έγινε ο παραμικρός τραυματισμός ή διευθετήθηκε ειρηνικά η παρεξήγηση ή η διαφορά· ΣYN ΦΡ δεν άνοιξε / δε μάτωσε ρουθούνι. σε τρώει* η μύτη σου. σπάει η μύτη μου, μυρίζει κτ. έντονα αλλά ευχάριστα: Tι μαγειρεύεις; έσπα σε η μύτη μου από τη μυρωδιά. β. (μτφ.) όσφρηση ιδίως δυνατή: Έχει γερή μύτη. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback