μαρτυρώ  Verb  [martiro, martyrw]

Ähnliche Bedeutung wie μαρτυρώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze μαρτυρώ

... Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά έγιναν αντικείμενο σκληρού διωγμού στη Γερμανία μεταξύ των ετών 1933 και 1945. Εξαιτίας του γεγονότος ότι οι Μάρτυρες του Ιεχωβά ...

... Οι Μάρτυρες του Ιεχωβά αποτελούν επίσημη χριστιανική θρησκεία με πάνω από 8,4 εκατομμύρια μέλη και 120.053 εκκλησίες σε 240 χώρες. Βάση της πίστης τους ...

... Πολωνοί μη Εβραίοι), διανοητικά ασθενείς ή σωματικά ανάπηροι, ομοφυλόφιλοι, Μάρτυρες του Ιεχωβά, Ελευθεροτέκτονες, Κομμουνιστές και άλλοι πολιτικοί αντιφρονούντες ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze aussagen

... Ich habe erfahren, dass der Gegenanwalt drei Expertzeugen vor Gericht aussagen lassen möchte. ...

... Tom scheint nicht gegen Maria aussagen zu wollen. ...

Quelle: mrtaistoi, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΜΑΡΤΥΡΩ
I witness
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μαρτυράω, marturo">μαρτυρώμαρτυράμε, μαρτυρούμε
μαρτυράςμαρτυράτε
μαρτυράει, μαρτυράμαρτυράν(ε), μαρτυρούν(ε)
Imper
fekt
μαρτυρούσα, μαρτύραγαμαρτυρούσαμε, μαρτυράγαμε
μαρτυρούσες, μαρτύραγεςμαρτυρούσατε, μαρτυράγατε
μαρτυρούσε, μαρτύραγεμαρτυρούσαν(ε), μαρτύραγαν, μαρτυράγανε
Aoristμαρτύρησαμαρτυρήσαμε
μαρτύρησεςμαρτυρήσατε
μαρτύρησεμαρτύρησαν, μαρτυρήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω μαρτυρήσει
έχω μαρτυρημένο
έχουμε μαρτυρήσει
έχουμε μαρτυρημένο
έχεις μαρτυρήσει
έχεις μαρτυρημένο
έχετε μαρτυρήσει
έχετε μαρτυρημένο
έχει μαρτυρήσει
έχει μαρτυρημένο
έχουν μαρτυρήσει
έχουν μαρτυρημένο
Plu
perf
ekt
είχα μαρτυρήσει
είχα μαρτυρημένο
είχαμε μαρτυρήσει
είχαμε μαρτυρημένο
είχες μαρτυρήσει
είχες μαρτυρημένο
είχατε μαρτυρήσει
είχατε μαρτυρημένο
είχε μαρτυρήσει
είχε μαρτυρημένο
είχαν μαρτυρήσει
είχαν μαρτυρημένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μαρτυράω, θα μαρτυρώθα μαρτυράμε, θα μαρτυρούμε
θα μαρτυράςθα μαρτυράτε
θα μαρτυράει, θα μαρτυράθα μαρτυράν(ε), θα μαρτυρούν(ε)
Fut
ur
θα μαρτυρήσωθα μαρτυρήσουμε, θα μαρτυρήσομε
θα μαρτυρήσειςθα μαρτυρήσετε
θα μαρτυρήσειθα μαρτυρήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μαρτυρήσει
θα έχω μαρτυρημένο
θα έχουμε μαρτυρήσει
θα έχουμε μαρτυρημένο
θα έχεις μαρτυρήσει
θα έχεις μαρτυρημένο
θα έχετε μαρτυρήσει
θα έχετε μαρτυρημένο
θα έχει μαρτυρήσει
θα έχει μαρτυρημένο
θα έχουν μαρτυρήσει
θα έχουν μαρτυρημένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μαρτυράω, να μαρτυρώνα μαρτυράμε, να μαρτυρούμε
να μαρτυράςνα μαρτυράτε
να μαρτυράει, να μαρτυράνα μαρτυράν(ε), να μαρτυρούν(ε)
Aoristνα μαρτυρήσωνα μαρτυρήσουμε, να μαρτυρήσομε
να μαρτυρήσειςνα μαρτυρήσετε
να μαρτυρήσεινα μαρτυρήσουν(ε)
Perfνα έχω μαρτυρήσει
να έχω μαρτυρημένο
να έχουμε μαρτυρήσει
να έχουμε μαρτυρημένο
να έχεις μαρτυρήσει
να έχεις μαρτυρημένο
να έχετε μαρτυρήσει
να έχετε μαρτυρημένο
να έχει μαρτυρήσει
να έχει μαρτυρημένο
να έχουν μαρτυρήσει
να έχουν μαρτυρημένο
Imper
ativ
Presμαρτύρα, μαρτύραγεμαρτυράτε
Aoristμαρτύρησε, μαρτύραμαρτυρήστε
Part
izip
Presμαρτυρώντας
Perfέχοντας μαρτυρήσει, έχοντας μαρτυρημένο
InfinAoristμαρτυρήσει







Person Wortform
Präsens ich verrate
du verrätst
er, sie, es verrät
Präteritum ich verriet
Konjunktiv II ich verriete
Imperativ Singular verrate!
Plural verratet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
verraten haben
Alle weiteren Formen: Flexion:verraten


Griechische Definition zu μαρτυρώ

μαρτυρώ.

I. Ενεργ.
Ά Μτβ.
1) Δίνω μαρτυρία ή απόδειξη για κ., επιβεβαιώνω:
(Ασσίζ. 7713), (Μαχ. 53831
(με σύστ. αντικ.):
(Ζήν. Δ́ 370).
2) Φέρνω για μάρτυρα, επικαλούμαι:
εμαρτύρησα εις εσάς σήμερα τον ουρανό και την ηγή (Πεντ. Δευτ. XXX 19· Διγ. Z 409).
3)
α) Βεβαιώνω, ομολογώ κ.:
πάντα θέλω μαρτυρά τσι χάρες του κορμιού σου (Ερωτόκρ. Β́ 2023
β) αναγνωρίζω, παραδέχομαι κάπ. ή κ.:
(Ερωτόκρ. Β́ 2052
όλοι με μαρτυρούσινε την σήμερο για tale (Κατζ. Β́ 218· Σφρ., Χρον. Η 8022).
4)
α) Αποκαλύπτω, φανερώνω:
η γλώσσα τούτη μαρτυρά πάντα αληθοσύνη (Ζήν. Δ́ 237
(προκ. για μαντεία):
μαρτυρούσι τ’ άστρα ό,τι θα πάθου οι χώρες μας (Ζήν. Ά 157
β) κατονομάζω:
είπεν και μαρτυρά τους εκείνους τους πανάπιστους που τον εσυμβουλέψαν (Χρον. Μορ. H 673
γ) γνωστοποιώ, ανακοινώνω:
είπεν ο κύριος πρός τον Μωσέ· κατάβα, μαρτύρησε εις το λαό πρόσποτε να χαλάσουν … (Πεντ. Έξ. XIX 21
(με σύστ. αντικ.):
μαρτυρημό εμαρτύρησεν εις εμάς ο ανήρ (Πεντ. Γέν. XLΙΙΙ 3).
5) Καταγγέλλω, κατηγορώ:
αποστάτην γάρ αυτόν εμαρτύρει (Ιστ. Ηπείρ. XXIV4).
6) (Προκ. για έπαινο, κ.τ.ό.)
α) αποδίδω, απονέμω:
ευχαριστά τον διά την τιμήν και έπαινος άπερ του εμαρτύρα (Χρον. Μορ. H 1889
β) κοινοποιώ:
Ω Κρήτη, … τον έπαινόν σου μαρτυρώ (Διακρούσ. 1124).
7) Φημίζω:
Κρήτη, όλοι σε είδασι … κι όλοι σε μαρτυρούσιν (Διακρούσ. 11218).
8) Δίνω τίτλο, ονομάζω, ανακηρύσσω:
πρώτον τε καπετάνιον πάσι μαρτύρησέ τον (Κορων., Μπούας 91).
9)
α) Υποβάλλω σε βασανιστήρια· ταλαιπωρώ:
(Μαχ. 24810
διατί την μαρτυρείς, άνθρωπε, την ψυχή μου (Λίβ. Sc. 593
β) (προκ. για άγιο) θανατώνω με βασανιστήρια:
(Λίμπον. 356).
Β́ Αμτβ.
1)
α) Είμαι μάρτυρας, παρέχω μαρτυρία:
(Βακτ. αρχιερ. 170), (Συναδ. φ. 39r
β) (προκ. για μάρτυρες της χριστιανικής πίστης):
οι πιστοί σου … με το αίμα τους διά την αλήθειάν σου να μαρτυρήσουν (Χριστ. διδασκ. 440).
2)
α) Βασανίζομαι, ταλαιπωρούμαι, υποφέρω:
άφτει καρδιά μου μαρτυρώντα (Κυπρ. ερωτ. 610
β) (προκ. για άγιο) υφίσταμαι μαρτυρικό θάνατο, αθλώ:
(Μαχ. 3220
τους μαρτυρήσαντας … υπέρ Χριστού (Προδρ. III 288).
IΙ. Μέσ.
1)
α) (Συν. με κατηγ.) αποδεικνύομαι (με μάρτυρες ή τεκμήρια):
ο σερ Μαρκ ένι ένοχος κλέπτης μαρτυρούμενος (Ασσίζ. 19415
για πελελή εις όλους μαρτυράται (Σουμμ., Παστ. φίδ. Β́ [967]
β) (ως τριτοπρόσ.) αποδεικνύεται με μαρτυρίες, τεκμηριώνεται:
μαρτυράται καλά ότι εκείνος εποίκεν τό βάνουν επάνω του (Ασσίζ. 20914).
2) Επιβεβαιώνομαι, τεκμηριώνομαι:
καλά ένι μαρτυρημένον πράγμαν (Ασσίζ. 2795).
3) Αποκαλύπτομαι, γίνομαι φανερός:
αν γράψω κι αν ουδέν γράψω, η αλήθεια μαρτυράται (Γεωργηλ., Θαν. 617).
4) Βασανίζομαι, υποφέρω:
Τίνας … έζησεν γοιον εμέν μαρτυρημένος; (Κυπρ. ερωτ. 9345).
Η μτχ. παρκ. ως επίθ. =
1) Ξακουστός, φημισμένος, περιώνυμος:
Ω παλληκάρια μου 'κλεκτά, άνδρες μαρτυρημένοι (Κορων., Μπούας 136
η Τρόγια …, χώρα μαρτυρημένη (Φορτουν. Ιντ. γ́ 9).
2) Βασανισμένος, ταλαίπωρος, μαρτυρικός:
θέλεις να τελειώσεις την μαρτυρημένη ζων μου (Κυπρ. ερωτ. 11841).
[αρχ. μαρτυρέω. Η λ. και σήμ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu μαρτυρώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15