λυγίζω Verb  [ligizo, lijizo, lygizw]

  Verb
(1)
  Verb
(1)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu λυγίζω

λυγίζω altgriechisch λυγίζω


GriechischDeutsch
Εγώ δεν φοβάμαι να λυγίζω τους κανόνες μια στο τόσο, αν οι περιστάσεις το απαιτούν.Ich habe keine Angst, die Regeln zu beugen, wenn es die Situation erfordert.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
λύγισμα
λυγιστός
Ähnliche Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu λυγίζω

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λυγίζω, lugao">λυγάωλυγίζουμε, λυγίζομε
λυγίζειςλυγίζετε
λυγίζειλυγίζουν(ε)
Imper
fekt
λύγιζαλυγίζαμε
λύγιζεςλυγίζατε
λύγιζελύγιζαν, λυγίζαν(ε)
Aoristλύγισαλυγίσαμε
λύγισεςλυγίσατε
λύγισελύγισαν, λυγίσαν(ε)
Per
fekt
έχω λυγίσει
έχω λυγισμένο
έχουμε λυγίσει
έχουμε λυγισμένο
έχεις λυγίσει
έχεις λυγισμένο
έχετε λυγίσει
έχετε λυγισμένο
έχει λυγίσει
έχει λυγισμένο
έχουν λυγίσει
έχουν λυγισμένο
Plu
per
fekt
είχα λυγίσει
είχα λυγισμένο
είχαμε λυγίσει
είχαμε λυγισμένο
είχες λυγίσει
είχες λυγισμένο
είχατε λυγίσει
είχατε λυγισμένο
είχε λυγίσει
είχε λυγισμένο
είχαν λυγίσει
είχαν λυγισμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λυγίζωθα λυγίζουμε, θα λυγίζομε
θα λυγίζειςθα λυγίζετε
θα λυγίζειθα λυγίζουν(ε)
Fut
ur
θα λυγίσωθα λυγίσουμε, θα λυγίζομε
θα λυγίσειςθα λυγίσετε
θα λυγίσειθα λυγίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λυγίσει
θα έχω λυγισμένο
θα έχουμε λυγίσει
θα έχουμε λυγισμένο
θα έχεις λυγίσει
θα έχεις λυγισμένο
θα έχετε λυγίσει
θα έχετε λυγισμένο
θα έχει λυγίσει
θα έχει λυγισμένο
θα έχουν λυγίσει
θα έχουν λυγισμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λυγίζωνα λυγίζουμε, να λυγίζομε
να λυγίζειςνα λυγίζετε
να λυγίζεινα λυγίζουν(ε)
Aoristνα λυγίσωνα λυγίσουμε, να λυγίσομε
να λυγίσειςνα λυγίσετε
να λυγίσεινα λυγίσουν(ε)
Perfνα έχω λυγίσει
να έχω λυγισμένο
να έχουμε λυγίσει
να έχουμε λυγισμένο
να έχεις λυγίσει
να έχεις λυγισμένο
να έχετε λυγίσει
να έχετε λυγισμένο
να έχει λυγίσει
να έχει λυγισμένο
να έχουν λυγίσει
να έχουν λυγισμένο
Imper
ativ
Presλύγιζελυγίζετε
Aoristλύγισελυγίστε
Part
izip
Presλυγίζοντας
Perfέχοντας λυγίσει, έχοντας λυγισμένο
InfinAoristλυγίσει











Griechische Definition zu λυγίζω

λυγίζω [divjízo] -ομαι : I1. μεταβάλλω τη θέση και κυρίως τη μορφή ενός εύκαμπτου συνήθ. αντικειμένου εφαρμόζοντας επάνω του μια δύναμη, χωρίς να το σπάζω· κάμπτω, κυρτώνω: Tο βάρος του χιονιού λύγιζε τα κλαδιά των δέντρων. Είναι τόσο δυνατός που λυγίζει ακόμα και σίδερα. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback