λυγίζω  Verb  [ligizo, lijizo, lygizw]

Ähnliche Bedeutung wie λυγίζω


Beispielsätze λυγίζω

... (Κωνσταντίνος) Λυγίζος (20 Αυγούστου 1938 - 24 Δεκεμβρίου 2015) ήταν Έλληνας ηθοποιός. Ήταν γιος του Ιωάννη Λυγίζου κι ανιψιός του Μήτσου Λυγίζου. Στο θέατρο ...

... Ο Μήτσος Λυγίζος (Αθήνα 1 Σεπτεμβρίου 1912 - 18 Σεπτεμβρίου 1993) ήταν Έλληνας συγγραφέας λογοτεχνικών και θεατρικών έργων ποιητής, σκηνοθέτης, ηθοποιός ...

... για την προσγείωση, τεντώνει σε μέγιστο βαθμό τα πόδια προς το έδαφος λυγίζοντας ταυτόχρονα το σώμα της και κυρτώνοντας σε μέγιστο βαθμό την πλάτη της ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beugen

... Lachen ist eine Macht, vor der die Größten dieser Welt sich beugen müssen. ...

... Wir haben in uns ein Urbild alles Schönen, dem kein einzelner gleicht. Vor diesem wird der echt vortreffliche Mensch sich beugen und die Demut lernen, die er in der Welt verlernt. ...

... Wenn ein Baum sich zu beugen versteht, wird er nie vom Winde gebrochen. ...

Quelle: Esperantostern, Esperantostern, Esperantostern

Grammatik


ΛΥΓΙΖΩ
I bend
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λυγίζω, lugao">λυγάωλυγίζουμε, λυγίζομε
λυγίζειςλυγίζετε
λυγίζειλυγίζουν(ε)
Imper
fekt
λύγιζαλυγίζαμε
λύγιζεςλυγίζατε
λύγιζελύγιζαν, λυγίζαν(ε)
Aoristλύγισαλυγίσαμε
λύγισεςλυγίσατε
λύγισελύγισαν, λυγίσαν(ε)
Per
fect
έχω λυγίσει
έχω λυγισμένο
έχουμε λυγίσει
έχουμε λυγισμένο
έχεις λυγίσει
έχεις λυγισμένο
έχετε λυγίσει
έχετε λυγισμένο
έχει λυγίσει
έχει λυγισμένο
έχουν λυγίσει
έχουν λυγισμένο
Plu
per
fect
είχα λυγίσει
είχα λυγισμένο
είχαμε λυγίσει
είχαμε λυγισμένο
είχες λυγίσει
είχες λυγισμένο
είχατε λυγίσει
είχατε λυγισμένο
είχε λυγίσει
είχε λυγισμένο
είχαν λυγίσει
είχαν λυγισμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λυγίζωθα λυγίζουμε, θα λυγίζομε
θα λυγίζειςθα λυγίζετε
θα λυγίζειθα λυγίζουν(ε)
Fut
ur
θα λυγίσωθα λυγίσουμε, θα λυγίζομε
θα λυγίσειςθα λυγίσετε
θα λυγίσειθα λυγίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λυγίσει
θα έχω λυγισμένο
θα έχουμε λυγίσει
θα έχουμε λυγισμένο
θα έχεις λυγίσει
θα έχεις λυγισμένο
θα έχετε λυγίσει
θα έχετε λυγισμένο
θα έχει λυγίσει
θα έχει λυγισμένο
θα έχουν λυγίσει
θα έχουν λυγισμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λυγίζωνα λυγίζουμε, να λυγίζομε
να λυγίζειςνα λυγίζετε
να λυγίζεινα λυγίζουν(ε)
Aoristνα λυγίσωνα λυγίσουμε, να λυγίσομε
να λυγίσειςνα λυγίσετε
να λυγίσεινα λυγίσουν(ε)
Perfνα έχω λυγίσει
να έχω λυγισμένο
να έχουμε λυγίσει
να έχουμε λυγισμένο
να έχεις λυγίσει
να έχεις λυγισμένο
να έχετε λυγίσει
να έχετε λυγισμένο
να έχει λυγίσει
να έχει λυγισμένο
να έχουν λυγίσει
να έχουν λυγισμένο
Imper
ativ
Presλύγιζελυγίζετε
Aoristλύγισελυγίστε
Part
izip
Presλυγίζοντας
Perfέχοντας λυγίσει, έχοντας λυγισμένο
InfinAoristλυγίσει





Person Wortform
Präsens ich biege
du biegst
er, sie, es biegt
Präteritum ich bog
Konjunktiv II ich böge
Imperativ Singular biege!
Plural biegt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gebogen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:biegen






Griechische Definition zu λυγίζω

λυγίζω [divjízo] -ομαι : I1. μεταβάλλω τη θέση και κυρίως τη μορφή ενός εύκαμπτου συνήθ. αντικειμένου εφαρμόζοντας επάνω του μια δύναμη, χωρίς να το σπάζω· κάμπτω, κυρτώνω: Tο βάρος του χιονιού λύγιζε τα κλαδιά των δέντρων. Είναι τόσο δυνατός που λυγίζει ακόμα και σίδερα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu λυγίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15