λεπταίνω  Verb  [lepteno, leptainw]

Ähnliche Bedeutung wie λεπταίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze λεπταίνω

... καουτσούκ). Ο μόλυβδος έχει 0,44. Όταν ο ν είναι μεγάλος τότε το υλικό "λεπταίνει" πολύ όταν τεντωθεί από δύο άκρα του. Υπάρχουν και υλικά με αρνητικό ν ...

... 8% σε νερό και με τη γήρανση χάνει την ικανότητα συγκράτησης νερού και λεπταίνει. Τα βασικά κύτταρα μέσω της διαδικασίας turn-over αποκτούν πιο επίπεδο ...

... Ειδικότερα, έχει ένα πρόσωπο που στα μάγουλα είναι πλατύ και στη συνέχεια λεπταίνει προς το μέτωπό του. Έχει, επίσης, μεγάλες πατούσες και μία αρκετά μεγάλη ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze dünner machen

... Dünner ist der Familienname folgender Personen: Fritz Dünner (* 1957), Schweizer Ländlermusikant und Klavierstimmer Joseph Zevi Hirsch Dünner (1833–1911) ...

... (von griechisch πλευρά „Flanke“, „Rippe“), deutsch Brustfell, ist eine dünne seröse Haut in der Brusthöhle. Sie überzieht die Lungen und kleidet die ...

... Abbildungsgleichung ist bei einer scharfen optischen Abbildung durch eine dünne Linse der Kehrwert der Brennweite gleich der Summe der Kehrwerte der Gegenstandsweite ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΛΕΠΤΑΙΝΩ
I become thin
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λεπταίνωλεπταίνουμε, λεπταίνομε
λεπταίνειςλεπταίνετε
λεπταίνειλεπταίνουν(ε)
Imper
fekt
λέπταιναλεπταίναμε
λέπταινεςλεπταίνατε
λέπταινελέπταιναν, λεπταίναν(ε)
Aoristλέπτυναλεπτύναμε
λέπτυνεςλεπτύνατε
λέπτυνελέπτυναν, λεπτύναν(ε)
Per
fect
έχω λεπτύνειέχουμε λεπτύνει
έχεις λεπτύνειέχετε λεπτύνει
έχει λεπτύνειέχουν λεπτύνει
Plu
per
fect
είχα λεπτύνειείχαμε λεπτύνει
είχες λεπτύνειείχατε λεπτύνει
είχε λεπτύνειείχαν λεπτύνει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λεπταίνωθα λεπταίνουμε, θα λεπταίνομε
θα λεπταίνειςθα λεπταίνετε
θα λεπταίνειθα λεπταίνουν(ε)
Fut
ur
θα λεπτύνωθα λεπτύνουμε, θα λεπτύνομε
θα λεπτύνειςθα λεπτύνετε
θα λεπτύνειθα λεπτύνουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λεπτύνειθα έχουμε λεπτύνει
θα έχεις λεπτύνειθα έχετε λεπτύνει
θα έχει λεπτύνειθα έχουν λεπτύνει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λεπταίνωνα λεπταίνουμε, να λεπταίνομε
να λεπταίνειςνα λεπταίνετε
να λεπταίνεινα λεπταίνουν(ε)
Aoristνα λεπτύνωνα λεπτύνουμε, να λεπτύνομε
να λεπτύνειςνα λεπτύνετε
να λεπτύνεινα λεπτύνουν(ε)
Perfνα έχω λεπτύνεινα έχουμε λεπτύνει
να έχεις λεπτύνεινα έχετε λεπτύνει
να έχει λεπτύνεινα έχουν λεπτύνει
Imper
ativ
Presλέπταινελεπταίνετε
Aoristλέπτυνελεπτύνετε
Part
izip
Presλεπταίνοντας
Perfέχοντας λεπτύνει
InfinAoristλεπτύνει






Griechische Definition zu λεπταίνω

λεπταίνω [lepténo] .4α : ANT χοντραίνω. α. καθιστώ κτ. λεπτό: Πρέπει να λεπτύνουμε το έλασμα με τη λίμα. β. κάνω τη φωνή μου οξεία, ψιλή: Λέπτυνες τη φωνή σου και δε σε γνώρισα στο τηλέφωνο. γ. κάνω κπ. να γίνει ή να φαίνεται αδύνατος. ANT παχαίνω: Aυτό το φόρεμα σε λεπταίνει. || γίνομαι λεπτός: Tο σκοινί λέπτυνε πολύ και κινδυνεύει να σπάσει. Έκανε δίαιτα και λέπτυνε. Mετά την εγχείρηση στις αμυγδαλές η φωνή της λέπτυνε, έγινε πιο οξεία, ψιλή.

[αρχ. λεπτ(ύνω) μεταπλ. -αίνω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu λεπταίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15