λειτουργώ  Verb  [liturgo, liturro, leitoyrgw]

Ähnliche Bedeutung wie λειτουργώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze λειτουργώ

... Λειτουργικό σύστημα ή ΛΣ (αγγλικά: Operating System ή OS) ονομάζεται στην επιστήμη της πληροφορικής το λογισμικό του υπολογιστή που είναι υπεύθυνο για ...

... Η Θεία Λειτουργία αποτελεί το κορυφαίο λατρευτικό γεγονός χριστιανικών Εκκλησιών, και μάλιστα των περισσοτέρων ανατολικών ομολογιών, το οποίο κορυφώνεται ...

... καλλιτεχνική και αρχιτεκτονική σχολή που ιδρύθηκε από τον Βάλτερ Γκρόπιους και λειτούργησε κατά την περίοδο 1919-1933 στη Γερμανία, και έγινε διάσημη για για την ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze fungieren

... deutschen Sprache das Wort „Umgangsformen“ ohne den Zusatz „gut“ und meint gleichwohl „gute Umgangsformen“.Umgangsformen fungieren auch als identitätsstiftende ...

... sechs Brustbeinpaare fungieren als Reusen, mit denen sie das Wasser durchkämmen. Der Durchmesser der Tiere beträgt 0,5 bis 3 cm. Mediendatei abspielen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΛΕΙΤΟΥΡΓΩ
I function
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λειτουργάω, leitourgo">λειτουργώλειτουργάμε, λειτουργούμελειτουργιέμαιλειτουργιόμαστε
λειτουργάςλειτουργάτελειτουργιέσαιλειτουργιέστε, λειτουργιόσαστε
λειτουργάει, λειτουργάλειτουργάν(ε), λειτουργούν(ε)λειτουργιέταιλειτουργιούνται, λειτουργιόνται
Imper
fekt
λειτουργούσα, λειτούργαγαλειτουργούσαμε, λειτουργάγαμελειτουργιόμουν(α)λειτουργιόμαστε, λειτουργιόμασταν
λειτουργούσες, λειτούργαγεςλειτουργούσατε, λειτουργάγατελειτουργιόσουν(α)λειτουργιόσαστε, λειτουργιόσασταν
λειτουργούσε, λειτούργαγελειτουργούσαν(ε), λειτούργαγαν, λειτουργάγανελειτουργιόταν(ε)λειτουργιόνταν(ε), λειτουργιούνταν, λειτουργιόντουσαν
Aoristλειτούργησαλειτουργήσαμελειτουργήθηκαλειτουργηθήκαμε
λειτούργησεςλειτουργήσατελειτουργήθηκεςλειτουργηθήκατε
λειτούργησελειτούργησαν, λειτουργήσαν(ε)λειτουργήθηκελειτουργήθηκαν, λειτουργηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω λειτουργήσειέχουμε λειτουργήσειέχω λειτουργηθείέχουμε λειτουργηθεί
έχεις λειτουργήσειέχετε λειτουργήσειέχεις λειτουργηθείέχετε λειτουργηθεί
έχει λειτουργήσειέχουν λειτουργήσειέχει λειτουργηθείέχουν λειτουργηθεί
Plu
perf
ekt
είχα λειτουργήσειείχαμε λειτουργήσειείχα λειτουργηθείείχαμε λειτουργηθεί
είχες λειτουργήσειείχατε λειτουργήσειείχες λειτουργηθείείχατε λειτουργηθεί
είχε λειτουργήσειείχαν λειτουργήσειείχε λειτουργηθείείχαν λειτουργηθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λειτουργάω, θα λειτουργώθα λειτουργάμε, θα λειτουργούμεθα λειτουργιέμαιθα λειτουργιόμαστε
θα λειτουργάςθα λειτουργάτεθα λειτουργιέσαιθα λειτουργιέστε, θα λειτουργιόσαστε
θα λειτουργάει, θα λειτουργάθα λειτουργάν(ε), θα λειτουργούν(ε)θα λειτουργιέταιθα λειτουργιούνται, θα λειτουργιόνται
Fut
ur
θα λειτουργήσωθα λειτουργήσουμε, θα λειτουργήσομεθα λειτουργηθώθα λειτουργηθούμε
θα λειτουργήσειςθα λειτουργήσετεθα λειτουργηθείςθα λειτουργηθείτε
θα λειτουργήσειθα λειτουργήσουν(ε)θα λειτουργηθείθα λειτουργηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λειτουργήσειθα έχουμε λειτουργήσειθα έχω λειτουργηθείθα έχουμε λειτουργηθεί
θα έχεις λειτουργήσειθα έχετε λειτουργήσειθα έχεις λειτουργηθείθα έχετε λειτουργηθεί
θα έχει λειτουργήσειθα έχουν λειτουργήσειθα έχει λειτουργηθείθα έχουν λειτουργηθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λειτουργάω, να λειτουργώνα λειτουργάμε, να λειτουργούμενα λειτουργιέμαινα λειτουργιόμαστε
να λειτουργάςνα λειτουργάτενα λειτουργιέσαινα λειτουργιέστε, να λειτουργιόσαστε
να λειτουργάει, να λειτουργάνα λειτουργάν(ε), να λειτουργούν(ε)να λειτουργιέταινα λειτουργιούνται, να λειτουργιόνται
Aoristνα λειτουργήσωνα λειτουργήσουμε, να λειτουργήσομενα λειτουργηθώνα λειτουργηθούμε
να λειτουργήσειςνα λειτουργήσετενα λειτουργηθείςνα λειτουργηθείτε
να λειτουργήσεινα λειτουργήσουν(ε)να λειτουργηθείνα λειτουργηθούν(ε)
Perfνα έχω λειτουργήσεινα έχουμε λειτουργήσεινα έχω λειτουργηθείνα έχουμε λειτουργηθεί
να έχεις λειτουργήσεινα έχετε λειτουργήσεινα έχεις λειτουργηθείνα έχετε λειτουργηθεί
να έχει λειτουργήσεινα έχουν λειτουργήσεινα έχει λειτουργηθείνα έχουν λειτουργηθεί
Imper
ativ
Presλειτούργα, λειτούργαγελειτουργάτελειτουργιέστε
Aoristλειτούργησε, λειτούργαλειτουργήστελειτουργήσουλειτουργηθείτε
Part
izip
Presλειτουργώντας
Perfέχοντας λειτουργήσειλειτουργημένος, -η, -ολειτουργημένοι, -ες, -α
InfinAoristλειτουργήσειλειτουργηθεί






Griechische Definition zu λειτουργώ

λειτουργώ [divturγó] -ούμαι .1β (παθ. στη σημ. 7β) : 1. (για μηχανές, όργανα, μηχανισμούς) εκτελώ μια σειρά προγραμματισμένων, μηχανικών κυρίως, κινήσεων και εκπληρώνω κάποιο σκοπό, παράγω κάποιο έργο· δουλεύω: H έκρηξη της βόμβας αποφεύχθηκε, επειδή δε λειτούργησε ο πυροδοτικός μηχανισμός. Mόλις βάλαμε βενζίνη, η μηχανή του αυτοκινήτου άρχισε να λειτουργεί κανονικά. Tο ασανσέρ δε λειτουργεί. Tα τηλέφωνα της περιοχής μας δε λειτουργούν από χτες. || τίθεμαι σε κίνηση, αρχίζω να δουλεύω: H μηχανή αυτή λειτουργεί με την πίεση ενός μοχλού. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu λειτουργώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15