λαχανιάζω  Verb  [lachaniazo, laxaniazw]

Ähnliche Bedeutung wie λαχανιάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze λαχανιάζω

... ακολουθούσε παραπλεύρως με το δικό του άρμα, καθώς διέσχιζε τον ουρανό. Συχνά λαχάνιαζε, με αποτέλεσμα από αυτό να εξηγείται ο θόρυβος που κάνει ένας κεραυνός ...

... αλλά όπως οι άλλοι σκύλοι, ελέγχει την θερμοκρασία του σώματός του λαχανιάζοντας ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Σε αντίθεση με τους άλλους γκρίζους λύκους ...

... να περπατάει στους βράχους. Ήταν ξυπόλυτος με τσόκαρα και σερνόταν λαχανιάζοντας." Με τη γενέτειρά του Λήμνο είχε κρατήσει κάποιες επαφές, όπως προκύπτει ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze keuchen

... Scheide gezogen (Coitus interruptus). Matthias Surall: Onan. In: Marion Keuchen, Helga Kuhlmann, Harald Schroeter-Wittke (Hrsg.): Die besten Nebenrollen ...

... Ketura mit Hagar identisch. Marion Keuchen: Ketura oder alles eine Frage der Reihenfolge. In: Marion Keuchen, Helga Kuhlmann, Harald Schroeter-Wittke ...

... Als Asthma (von griechisch άσθμα, „das Keuchen“) bezeichnet man eine anfallsweise auftretende, oft hochgradige Atemnot, die verschiedene Ursachen haben ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΛΑΧΑΝΙΑΖΩ
I gasp
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
λαχανιάζωλαχανιάζουμε, λαχανιάζομε
λαχανιάζειςλαχανιάζετε
λαχανιάζειλαχανιάζουν(ε)
Imper
fekt
λαχάνιαζαλαχανιάζαμε
λαχάνιαζεςλαχανιάζατε
λαχάνιαζελαχάνιαζαν, λαχανιάζαν(ε)
Aoristλαχάνιασαλαχανιάσαμε
λαχάνιασεςλαχανιάσατε
λαχάνιασελαχάνιασαν, λαχανιάσαν(ε)
Per
fect
έχω λαχανιάσειέχουμε λαχανιάσει
έχεις λαχανιάσειέχετε λαχανιάσει
έχει λαχανιάσειέχουν λαχανιάσει
Plu
per
fect
είχα λαχανιάσειείχαμε λαχανιάσει
είχες λαχανιάσειείχατε λαχανιάσει
είχε λαχανιάσειείχαν λαχανιάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα λαχανιάζωθα λαχανιάζουμε, θα λαχανιάζομε
θα λαχανιάζειςθα λαχανιάζετε
θα λαχανιάζειθα λαχανιάζουν(ε)
Fut
ur
θα λαχανιάσωθα λαχανιάσουμε, θα λαχανιάζομε
θα λαχανιάσειςθα λαχανιάσετε
θα λαχανιάσειθα λαχανιάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω λαχανιάσειθα έχουμε λαχανιάσει
θα έχεις λαχανιάσειθα έχετε λαχανιάσει
θα έχει λαχανιάσειθα έχουν λαχανιάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να λαχανιάζωνα λαχανιάζουμε, να λαχανιάζομε
να λαχανιάζειςνα λαχανιάζετε
να λαχανιάζεινα λαχανιάζουν(ε)
Aoristνα λαχανιάσωνα λαχανιάσουμε, να λαχανιάσομε
να λαχανιάσειςνα λαχανιάσετε
να λαχανιάσεινα λαχανιάσουν(ε)
Perfνα έχω λαχανιάσεινα έχουμε λαχανιάσει
να έχεις λαχανιάσεινα έχετε λαχανιάσει
να έχει λαχανιάσεινα έχουν λαχανιάσει
Imper
ativ
Presλαχάνιαζελαχανιάζετε
Aoristλαχάνιασελαχανιάστε
Part
izip
Presλαχανιάζοντας
Perfέχοντας λαχανιάσει
InfinAoristλαχανιάσει








Griechische Definition zu λαχανιάζω

λαχανιάζω [laxanázo] .1α μππ. λαχανιασμένος : αναπνέω με δυσκολία, κυρίως ύστερα από γρήγορο βηματισμό, τρέξιμο ή ανάβαση· ασθμαίνω: Λαχάνιασα ώσπου να σε προφτάσω. Aνεβαίνω μερικά σκαλιά και λαχανιάζω. Άκουσα πίσω μου τη λαχανιασμένη του αναπνοή.

[μσν. *αναχανιάζω (πρβ. μσν. αχανιάζω) με αποβ. του αρχικού άτ. φων. και ανομ. [n-n > l-n] < συνοπτ. θ. ἀναχαν- (του ελνστ. ἀναχαίνω, αρχ. ἀναχάσκω `κρατάω το στόμα ανοιχτό΄) -ιάζω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu λαχανιάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15