κρυώνω  Verb  [kriono, krywnw]

Ähnliche Bedeutung wie κρυώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κρυώνω

... κάθε 3 μήνες. Την γούνα της την χρειάζεται γιατί είναι ζεστή και έτσι δεν κρυώνει στο κρύο,ο άνθρωπος πολύ σπάνια την βλέπει . in.gr, Στη λίστα των απειλούμενων ...

... οινόπνευμα στα χέρια μας οπότε αυτά δροσίζονται ή πιο απλά από το ότι κρυώνουμε όταν είμαστε βρεγμένοι στο μπάνιο). Τα δύο βασικά χαρακτηριστικά της ...

... αιώνα π.Χ. οι αρχαίοι Έλληνες φορούσαν ήδη μάλλινες κάλτσες για να μη κρυώνουν τα πόδια τους. Οι Ρωμαίοι τύλιγαν τα πόδια τους με δέρμα ή ύφασμα. Στην ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze kalt haben

... Ortsansicht Kirche von Kalt Kalt ist eine Ortsgemeinde im Landkreis Mayen-Koblenz in Rheinland-Pfalz. Sie gehört der Verbandsgemeinde ...

... Dieter Kalt junior (* 26. Juni 1974 in Klagenfurt) ist ein ehemaliger österreichischer Eishockeyspieler, der zuletzt beim EC KAC unter Vertrag stand. Er ...

... Kalt ist der Abendhauch ist ein 1996 erschienener Kriminalroman von Ingrid Noll. Die 83-jährige Charlotte bekommt überraschend Besuch von ihrem Schwager ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΡΥΩΝΩ
I cool
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κρυώνωκρυώνουμε, κρυώνομε
κρυώνειςκρυώνετε
κρυώνεικρυώνουν(ε)
Imper
fekt
κρύωνακρυώναμε
κρύωνεςκρυώνατε
κρύωνεκρύωναν, κρυώναν(ε)
Aoristκρύωσακρυώσαμε
κρύωσεςκρυώσατε
κρύωσεκρύωσαν, κρυώσαν(ε)
Per
fect
έχω κρυώσει
έχω κρυωμένο
έχουμε κρυώσει
έχουμε κρυωμένο
έχεις κρυώσει
έχεις κρυωμένο
έχετε κρυώσει
έχετε κρυωμένο
έχει κρυώσει
έχει κρυωμένο
έχουν κρυώσει
έχουν κρυωμένο
Plu
per
fect
είχα κρυώσει
είχα κρυωμένο
είχαμε κρυώσει
είχαμε κρυωμένο
είχες κρυώσει
είχες κρυωμένο
είχατε κρυώσει
είχατε κρυωμένο
είχε κρυώσει
είχε κρυωμένο
είχαν κρυώσει
είχαν κρυωμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κρυώνωθα κρυώνουμε, θα κρυώνομε
θα κρυώνειςθα κρυώνετε
θα κρυώνειθα κρυώνουν(ε)
Fut
ur
θα κρυώσωθα κρυώσουμε, θα κρυώσομε
θα κρυώσειςθα κρυώσετε
θα κρυώσειθα κρυώσουν
Fut
ur II
θα έχω κρυώσει
θα έχω κρυωμένο
θα έχουμε κρυώσει
θα έχουμε κρυωμένο
θα έχεις κρυώσει
θα έχεις κρυωμένο
θα έχετε κρυώσει
θα έχετε κρυωμένο
θα έχει κρυώσει
θα έχει κρυωμένο
θα έχουν κρυώσει
θα έχουν κρυωμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κρυώνωνα κρυώνουμε, να κρυώνομε
να κρυώνειςνα κρυώνετε
να κρυώνεινα κρυώνουν(ε)
Aoristνα κρυώσωνα κρυώσουμε, να κρυώσομε
να κρυώσειςνα κρυώσετε
να κρυώσεινα κρυώσουν(ε)
Perfνα έχω κρυώσει
να έχω κρυωμένο
να έχουμε κρυώσει
να έχουμε κρυωμένο
να έχεις κρυώσει
να έχεις κρυωμένο
να έχετε κρυώσει
να έχετε κρυωμένο
να έχει κρυώσει
να έχει κρυωμένο
να έχουν κρυώσει
να έχουν κρυωμένο
Imper
ativ
Presκρύωνεκρυώνετε
Aoristκρύωσεκρυώστε, κρυώσετε
Part
izip
Presκρυώνοντας
Perfέχοντας κρυώσει, έχοντας κρυωμένο
InfinAoristκρυώσει








Griechische Definition zu κρυώνω

κρυώνω [krióno] Ρ1α μππ. κρυωμένος στη σημ. 1β : 1α. για κτ. του οποίου χαμηλώνει η θερμοκρασία, για κτ. το οποίο γίνεται περισσότερο κρύο ή λιγότερο ζεστό: Ο καιρός άρχισε να κρυώνει. Πιες τον καφέ σου, γιατί θα κρυώσει. Bάλε το κρασί στο ψυγείο να κρυώσει. ΦΡ το φυσάω* και δεν κρυώνει. || Tο κρύωσες το δωμάτιο τόση ώρα ανοιχτά. β. για δυσάρεστο αίσθημα κρύου: Kρυώνουν τα χέρια / τα πόδια μου. Aν κρυώνεις να πάμε μέσα. || κρυολογώ: Θα κρυώσεις αν βγεις χωρίς παλτό. Kάθισα στο ρεύμα και κρύωσα. Είμαι πολύ κρυωμένος. ΦΡ κρυώνει / τρέμει σαν το γύφτο*. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κρυώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15