κρυώνω Verb  [kriono, krywnw]

(1)
  Verb
(1)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu κρυώνω

κρυώνω κρύ(ο) + -ώνω. siehe auch το μεσαιωνικό κρυαίνω.


GriechischDeutsch
Δεν θέλω να κρυώνω άλλο πια, όταν προσπαθώ να κοιμηθώ.Ich will Nachts nicht mehr kalt haben.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
παγώνω
ψύχω
ψυχραίνω
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu κρυώνω

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κρυώνωκρυώνουμε, κρυώνομε
κρυώνειςκρυώνετε
κρυώνεικρυώνουν(ε)
Imper
fekt
κρύωνακρυώναμε
κρύωνεςκρυώνατε
κρύωνεκρύωναν, κρυώναν(ε)
Aoristκρύωσακρυώσαμε
κρύωσεςκρυώσατε
κρύωσεκρύωσαν, κρυώσαν(ε)
Per
fekt
έχω κρυώσει
έχω κρυωμένο
έχουμε κρυώσει
έχουμε κρυωμένο
έχεις κρυώσει
έχεις κρυωμένο
έχετε κρυώσει
έχετε κρυωμένο
έχει κρυώσει
έχει κρυωμένο
έχουν κρυώσει
έχουν κρυωμένο
Plu
per
fekt
είχα κρυώσει
είχα κρυωμένο
είχαμε κρυώσει
είχαμε κρυωμένο
είχες κρυώσει
είχες κρυωμένο
είχατε κρυώσει
είχατε κρυωμένο
είχε κρυώσει
είχε κρυωμένο
είχαν κρυώσει
είχαν κρυωμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κρυώνωθα κρυώνουμε, θα κρυώνομε
θα κρυώνειςθα κρυώνετε
θα κρυώνειθα κρυώνουν(ε)
Fut
ur
θα κρυώσωθα κρυώσουμε, θα κρυώσομε
θα κρυώσειςθα κρυώσετε
θα κρυώσειθα κρυώσουν
Fut
ur II
θα έχω κρυώσει
θα έχω κρυωμένο
θα έχουμε κρυώσει
θα έχουμε κρυωμένο
θα έχεις κρυώσει
θα έχεις κρυωμένο
θα έχετε κρυώσει
θα έχετε κρυωμένο
θα έχει κρυώσει
θα έχει κρυωμένο
θα έχουν κρυώσει
θα έχουν κρυωμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κρυώνωνα κρυώνουμε, να κρυώνομε
να κρυώνειςνα κρυώνετε
να κρυώνεινα κρυώνουν(ε)
Aoristνα κρυώσωνα κρυώσουμε, να κρυώσομε
να κρυώσειςνα κρυώσετε
να κρυώσεινα κρυώσουν(ε)
Perfνα έχω κρυώσει
να έχω κρυωμένο
να έχουμε κρυώσει
να έχουμε κρυωμένο
να έχεις κρυώσει
να έχεις κρυωμένο
να έχετε κρυώσει
να έχετε κρυωμένο
να έχει κρυώσει
να έχει κρυωμένο
να έχουν κρυώσει
να έχουν κρυωμένο
Imper
ativ
Presκρύωνεκρυώνετε
Aoristκρύωσεκρυώστε, κρυώσετε
Part
izip
Presκρυώνοντας
Perfέχοντας κρυώσει, έχοντας κρυωμένο
InfinAoristκρυώσει









Griechische Definition zu κρυώνω

κρυώνω [krióno] Ρ1α μππ. κρυωμένος στη σημ. 1β : 1α. για κτ. του οποίου χαμηλώνει η θερμοκρασία, για κτ. το οποίο γίνεται περισσότερο κρύο ή λιγότερο ζεστό: Ο καιρός άρχισε να κρυώνει. Πιες τον καφέ σου, γιατί θα κρυώσει. Bάλε το κρασί στο ψυγείο να κρυώσει. ΦΡ το φυσάω* και δεν κρυώνει. || Tο κρύωσες το δωμάτιο τόση ώρα ανοιχτά. β. για δυσάρεστο αίσθημα κρύου: Kρυώνουν τα χέρια / τα πόδια μου. Aν κρυώνεις να πάμε μέσα. || κρυολογώ: Θα κρυώσεις αν βγεις χωρίς παλτό. Kάθισα στο ρεύμα και κρύωσα. Είμαι πολύ κρυωμένος. ΦΡ κρυώνει / τρέμει σαν το γύφτο*. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback