κουράζω  Verb  [kurazo, koyrazw]

Ähnliche Bedeutung wie κουράζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κουράζω

... Στην ελληνική μυθολογία με το όνομα Ακάμας (< ἀ- (μη) + κάμνω (κουράζομαι), "ο ακούραστος"[εκκρεμεί παραπομπή]) ήταν γνωστά δύο πρόσωπα. Γιος του Αντήνορα ...

... άσκοπης βόλτας κλπ. Το θέμα είναι να κατανοήσουν τα άτομα ότι η άσκηση δεν κουράζει αλλά ξεκουράζει, ότι τα χαλαρώνει πραγματικά και ότι τα κάνει πιο παραγωγικά ...

... ομαλή πλοκή (η ίντριγκα είναι πιθανή). Αυτοί οι κανόνες σκόπευαν να μην κουράζουν τους θεατές με αχρείαστες λεπτομέρειες, όπως ο τόπος ή η χρονολογία, και ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze mitnehmen

... Es heitert auf. Ich hätte keinen Schirm mitnehmen müsssen. ...

... Was soll Ihrer Meinung nach die wichtigste Botschaft sein, welche die Teilnehmer nach Hause mitnehmen sollten? ...

... Ich habe mich gefragt, ob Du mich mitnehmen kannst? ...

Quelle: cost, al_ex_an_der, SentimentalJohnny

Grammatik



ΚΟΥΡΑΖΩ
I tire
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κουράζωκουράζουμε, κουράζομεκουράζομαικουραζόμαστε
κουράζειςκουράζετεκουράζεσαικουράζεστε, κουραζόσαστε
κουράζεικουράζουν(ε)κουράζεταικουράζονται
Imper
fekt
κούραζακουράζαμεκουραζόμουνακουραζόμαστε, κουραζόμασταν
κούραζεςκουράζατεκουραζόσουνακουραζόσαστε, κουραζόσασταν
κούραζεκούραζαν, κουράζαν(ε)κουραζότανεκουράζονταν, κουραζόντανε, κουραζόντουσαν
Aoristκούρασακουράσαμεκουράστηκακουραστήκαμε
κούρασεςκουράσατεκουράστηκεςκουραστήκατε
κούρασεκούρασαν, κουράσαν(ε)κουράστηκεκουράστηκαν, κουραστήκανε
Per
fect
έχω κουράσει
έχω κουρασμένο
έχουμε κουράσει
έχουμε κουρασμένο
έχω κουραστεί
είμαι κουρασμένος, -η
έχουμε κουραστεί
είμαστε κουρασμένοι, -ες
έχεις κουράσει
έχεις κουρασμένο
έχετε κουράσει
έχετε κουρασμένο
έχεις κουραστεί
είσαι κουρασμένος, -η
έχετε κουραστεί
είστε κουρασμένοι, -ες
έχει κουράσει
έχει κουρασμένο
έχουν κουράσει
έχουν κουρασμένο
έχει κουραστεί
είναι κουρασμένος, -η, -ο
έχουν κουραστεί
είναι κουρασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κουράσει
είχα κουρασμένο
είχαμε κουράσει
είχαμε κουρασμένο
είχα κουραστεί
ήμουν κουρασμένος, -η
είχαμε κουραστεί
ήμαστε κουρασμένοι, -ες
είχες κουράσει
είχες κουρασμένο
είχατε κουράσει
είχατε κουρασμένο
είχες κουραστεί
ήσουν κουρασμένος, -η
είχατε κουραστεί
ήσαστε κουρασμένοι, -ες
είχε κουράσει
είχε κουρασμένο
είχαν κουράσει
είχαν κουρασμένο
είχε κουραστεί
ήταν κουρασμένος, -η, -ο
είχαν κουραστεί
ήταν κουρασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κουράζωθα κουράζουμε, θα κουράζομεθα κουράζομαιθα κουραζόμαστε
θα κουράζειςθα κουράζετεθα κουράζεσαιθα κουράζεστε, θα κουραζόσαστε
θα κουράζειθα κουράζουν(ε)θα κουράζεταιθα κουράζονται
Fut
ur
θα κουράσωθα κουράσουμε, θα κουράσομεθα κουραστώθα κουραστούμε
θα κουράσειςθα κουράσετεθα κουραστείςθα κουραστείτε
θα κουράσειθα κουράσουν(ε)θα κουραστείθα κουραστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κουράσει
θα έχω κουρασμένο
θα έχουμε κουράσει
θα έχουμε κουρασμένο
θα έχω κουραστεί
θα είμαι κουρασμένος, -η
θα έχουμε κουραστεί
θα είμαστε κουρασμένοι, -ες
θα έχεις κουράσει
θα έχεις κουρασμένο
θα έχετε κουράσει
θα έχετε κουρασμένο
θα έχεις κουραστεί
θα είσαι κουρασμένος, -η
θα έχετε κουραστεί
θα είστε κουρασμένοι, -ες
θα έχει κουράσει
θα έχει κουρασμένο
θα έχουν κουράσει
θα έχουν κουρασμένο
θα έχει κουραστεί
θα είναι κουρασμένος, -η, -ο
θα έχουν κουραστεί
θα είναι κουρασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κουράζωνα κουράζουμε, να κουράζομενα κουράζομαινα κουραζόμαστε
να κουράζειςνα κουράζετενα κουράζεσαινα κουράζεστε, να κουραζόσαστε
να κουράζεινα κουράζουν(ε)να κουράζεταινα κουράζονται
Aoristνα κουράσωνα κουράσουμε, να κουράσομενα κουραστώνα κουραστούμε
να κουράσειςνα κουράσετενα κουραστείςνα κουραστείτε
να κουράσεινα κουράσουννα κουραστείνα κουραστούν(ε)
Perfνα έχω κουράσει
να έχω κουρασμένο
να έχουμε κουράσει
να έχουμε κουρασμένο
να έχω κουραστεί
να είμαι κουρασμένος, -η
να έχουμε κουραστεί
να είμαστε κουρασμένοι, -ες
να έχεις κουράσει
να έχεις κουρασμένο
να έχετε κουράσει
να έχετε κουρασμένο
να έχεις κουραστεί
να είσαι κουρασμένος, -η
να έχετε κουραστεί
να είστε κουρασμένοι, -ες
να έχει κουράσει
να έχει κουρασμένο
να έχουν κουράσει
να έχουν κουρασμένο
να έχει κουραστεί
να είναι κουρασμένος, -η, -ο
να έχουν κουραστεί
να είναι κουρασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκούραζεκουράζετεκουράζεστε
Aoristκούρασεκουράστεκουράσουκουραστείτε
Part
izip
Presκουράζονταςκουραζόμενος
Perfέχοντας κουράσει, έχοντας κουρασμένοκουρασμένος, -η, -οκουρασμένοι, -ες, -α
InfinAoristκουράσεικουραστεί










Griechische Definition zu κουράζω

κουράζω [kurázo] -ομαι : ANT ξεκουράζω. 1. προκαλώ κούραση σε κπ.: Mε κουράζει πολύ αυτή η δουλειά. Kουράστηκα να περπατάω τόση ώρα. Δεν πρέπει να κουράζεσαι τόσο / να κουράζεις τον εαυτό σου. H πολλή τηλεόραση κουράζει. || Δε θέλω να κουράζω τα παιδιά μου, να τους γίνομαι βάρος. || (παθ.) αισθάνομαι κούραση: Οι ηλικιωμένοι κουράζονται εύκολα. Mόλις κουραστείς, πες μου να οδηγήσω εγώ. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κουράζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15