κουράζω Verb  [kurazo, koyrazw]

  Verb
(1)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu κουράζω

κουράζω mittelgriechisch κουράζω κουρά -κούρεμα (πήρε γρήγορα τη σημερινή σχετικά δυσάρεστη έννοια επειδή συνδέθηκε στο Βυζάντιο με το κούρεμα των μοιχαλίδων, των μοναχών και των κατάδικων αλλά και υπό την επίδραση ίσως des altgriechischen κείρω)


GriechischDeutsch
Γιατί πάντα κουράζω έτσι τους ανθρώπους;Warum muss ich alle immer ermüden? Das tut mir so Leid!

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu κουράζω


AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κουράζωκουράζουμε, κουράζομεκουράζομαικουραζόμαστε
κουράζειςκουράζετεκουράζεσαικουράζεστε, κουραζόσαστε
κουράζεικουράζουν(ε)κουράζεταικουράζονται
Imper
fekt
κούραζακουράζαμεκουραζόμουνακουραζόμαστε, κουραζόμασταν
κούραζεςκουράζατεκουραζόσουνακουραζόσαστε, κουραζόσασταν
κούραζεκούραζαν, κουράζαν(ε)κουραζότανεκουράζονταν, κουραζόντανε, κουραζόντουσαν
Aoristκούρασακουράσαμεκουράστηκακουραστήκαμε
κούρασεςκουράσατεκουράστηκεςκουραστήκατε
κούρασεκούρασαν, κουράσαν(ε)κουράστηκεκουράστηκαν, κουραστήκανε
Per
fekt
έχω κουράσει
έχω κουρασμένο
έχουμε κουράσει
έχουμε κουρασμένο
έχω κουραστεί
είμαι κουρασμένος, -η
έχουμε κουραστεί
είμαστε κουρασμένοι, -ες
έχεις κουράσει
έχεις κουρασμένο
έχετε κουράσει
έχετε κουρασμένο
έχεις κουραστεί
είσαι κουρασμένος, -η
έχετε κουραστεί
είστε κουρασμένοι, -ες
έχει κουράσει
έχει κουρασμένο
έχουν κουράσει
έχουν κουρασμένο
έχει κουραστεί
είναι κουρασμένος, -η, -ο
έχουν κουραστεί
είναι κουρασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα κουράσει
είχα κουρασμένο
είχαμε κουράσει
είχαμε κουρασμένο
είχα κουραστεί
ήμουν κουρασμένος, -η
είχαμε κουραστεί
ήμαστε κουρασμένοι, -ες
είχες κουράσει
είχες κουρασμένο
είχατε κουράσει
είχατε κουρασμένο
είχες κουραστεί
ήσουν κουρασμένος, -η
είχατε κουραστεί
ήσαστε κουρασμένοι, -ες
είχε κουράσει
είχε κουρασμένο
είχαν κουράσει
είχαν κουρασμένο
είχε κουραστεί
ήταν κουρασμένος, -η, -ο
είχαν κουραστεί
ήταν κουρασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κουράζωθα κουράζουμε, θα κουράζομεθα κουράζομαιθα κουραζόμαστε
θα κουράζειςθα κουράζετεθα κουράζεσαιθα κουράζεστε, θα κουραζόσαστε
θα κουράζειθα κουράζουν(ε)θα κουράζεταιθα κουράζονται
Fut
ur
θα κουράσωθα κουράσουμε, θα κουράσομεθα κουραστώθα κουραστούμε
θα κουράσειςθα κουράσετεθα κουραστείςθα κουραστείτε
θα κουράσειθα κουράσουν(ε)θα κουραστείθα κουραστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κουράσει
θα έχω κουρασμένο
θα έχουμε κουράσει
θα έχουμε κουρασμένο
θα έχω κουραστεί
θα είμαι κουρασμένος, -η
θα έχουμε κουραστεί
θα είμαστε κουρασμένοι, -ες
θα έχεις κουράσει
θα έχεις κουρασμένο
θα έχετε κουράσει
θα έχετε κουρασμένο
θα έχεις κουραστεί
θα είσαι κουρασμένος, -η
θα έχετε κουραστεί
θα είστε κουρασμένοι, -ες
θα έχει κουράσει
θα έχει κουρασμένο
θα έχουν κουράσει
θα έχουν κουρασμένο
θα έχει κουραστεί
θα είναι κουρασμένος, -η, -ο
θα έχουν κουραστεί
θα είναι κουρασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κουράζωνα κουράζουμε, να κουράζομενα κουράζομαινα κουραζόμαστε
να κουράζειςνα κουράζετενα κουράζεσαινα κουράζεστε, να κουραζόσαστε
να κουράζεινα κουράζουν(ε)να κουράζεταινα κουράζονται
Aoristνα κουράσωνα κουράσουμε, να κουράσομενα κουραστώνα κουραστούμε
να κουράσειςνα κουράσετενα κουραστείςνα κουραστείτε
να κουράσεινα κουράσουννα κουραστείνα κουραστούν(ε)
Perfνα έχω κουράσει
να έχω κουρασμένο
να έχουμε κουράσει
να έχουμε κουρασμένο
να έχω κουραστεί
να είμαι κουρασμένος, -η
να έχουμε κουραστεί
να είμαστε κουρασμένοι, -ες
να έχεις κουράσει
να έχεις κουρασμένο
να έχετε κουράσει
να έχετε κουρασμένο
να έχεις κουραστεί
να είσαι κουρασμένος, -η
να έχετε κουραστεί
να είστε κουρασμένοι, -ες
να έχει κουράσει
να έχει κουρασμένο
να έχουν κουράσει
να έχουν κουρασμένο
να έχει κουραστεί
να είναι κουρασμένος, -η, -ο
να έχουν κουραστεί
να είναι κουρασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκούραζεκουράζετεκουράζεστε
Aoristκούρασεκουράστεκουράσουκουραστείτε
Part
izip
Presκουράζονταςκουραζόμενος
Perfέχοντας κουράσει, έχοντας κουρασμένοκουρασμένος, -η, -οκουρασμένοι, -ες, -α
InfinAoristκουράσεικουραστεί











Griechische Definition zu κουράζω

κουράζω [kurázo] -ομαι : ANT ξεκουράζω. 1. προκαλώ κούραση σε κπ.: Mε κουράζει πολύ αυτή η δουλειά. Kουράστηκα να περπατάω τόση ώρα. Δεν πρέπει να κουράζεσαι τόσο / να κουράζεις τον εαυτό σου. H πολλή τηλεόραση κουράζει. || Δε θέλω να κουράζω τα παιδιά μου, να τους γίνομαι βάρος. || (παθ.) αισθάνομαι κούραση: Οι ηλικιωμένοι κουράζονται εύκολα. Mόλις κουραστείς, πες μου να οδηγήσω εγώ. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback