κλαίω  Verb  [kleo, klaiw]

Ähnliche Bedeutung wie κλαίω


Beispielsätze κλαίω

... Το Αγόρι που Κλαίει είναι πίνακας ζωγραφικής μαζικής παραγωγής του Ιταλού ζωγράφου Μπρούνο Αμάντιο, γνωστού και ως Τζιοβάνι Μπραγκόλιν, που απεικονίζει ...

... μαρτύριο των ερωτευμένων: Κλαίω, πονείς, πονώ και κλαις, κλαις και πονείς και κλαίω Και καίγομαι και κλαις εσύ, και καίγεσαι και κλαίω. Προτρέπει και σε υπομονή: ...

... Θεσμοφοριάζουσες (Δούλα) Ο Επιθεωρητής (Δικαστής Λιάπκιν Τιάπκιν) Καλατράβα με κι ας κλαίω (Διάφοροι Ρόλοι) Μικροί Φαρισαίοι (Αριστείδης Ατυχής) Ειρήνη (Ερμής) Ξανά ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze weinen

... Aber im Ernst, die Episode 21 hat mich fast vor Lachen weinen lassen. ...

... Kinder weinen oft nur, um Aufmerksamkeit zu bekommen. ...

... Ich sterbe lieber, als dich weinen zu sehen. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΚΛΑΙΩ
I cry
AktivMiddle
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κλαίωκλαίμεklaigomai">κλαίγομαικλαιγόμαστε
κλαιςκλαίτεκλαίγεσαικλαίγεστε, κλαιγόσαστε
κλαίεικλαίνε, κλαινκλαίγεταικλαίγονται
Imper
fekt
έκλαιγακλαίγαμεκλαιγόμουν(α)κλαιγόμαστε, κλαιγόμασταν
έκλαιγεςκλαίγατεκλαιγόσουν(α)κλαιγόσαστε, κλαιγόσασταν
έκλαιγεέκλαιγαν, κλαίγαν(ε)κλαιγόταν(ε)κλαίγονταν, κλαιγόντανε, κλαιγόντουσαν
Aoristέκλαψακλάψαμεκλαύτηκακλαυτήκλαμε
έκλαψεςκλάψατεκλαύτηκεςκλαυτήκατε
έκλαψεέκλαψαν, κλάψαν(ε)κλαύτηκεκλαύτηκαν, κλαυτήκαν(ε)
Per
fect
έχω κλάψει
έχω κλαμένο
έχουμε κλάψει
έχουμε κλαμένο
έχω κλαυτεί
είμαι κλαμένος, -η
έχουμε κλαυτεί
είμαστε κλαμένοι, -ες
έχεις κλάψει
έχεις κλαμένο
έχετε κλάψει
έχετε κλαμένο
έχεις κλαυτεί
είσαι κλαμένος, -η
έχετε κλαυτεί
είστε κλαμένοι, -ες
έχει κλάψει
έχει κλαμένο
έχουν κλάψει
έχουν κλαμένο
έχει κλαυτεί
είναι κλαμένος, -η, -ο
έχουν κλαυτεί
είναι κλαμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κλάψει
είχα κλαμένο
είχαμε κλάψει
είχαμε κλαμένο
είχα κλαυτεί
ήμουν κλαμένος, -η
είχαμε κλαυτεί
ήμαστε κλαμένοι, -ες
είχες κλάψει
είχες κλαμένο
είχατε κλάψει
είχατε κλαμένο
είχες κλαυτεί
ήσουν κλαμένος, -η
είχατε κλαυτεί
ήσαστε κλαμένοι, -ες
είχε κλάψει
είχε κλαμένο
είχαν κλάψει
είχαν κλαμένο
είχε κλαυτεί
ήταν κλαμένος, -η, -ο
είχαν κλαυτεί
ήταν κλαμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κλαίωθα κλαίμεθα κλαίγομαιθα κλαιγόμαστε
θα κλαιςθα κλαίτεθα κλαίγεσαιθα κλαίγεστε, θα κλαιγόσαστε
θα κλαίειθα κλαίνεθα κλαίγεταιθα κλαίγονται
Fut
ur
θα κλάψωθα κλάψουμε, θα κλάψομεθα κλαυτώθα κλαυτούμε
θα κλάψειςθα κλάψετεθα κλαυτείςθα κλαυτείτε
θα κλάψειθα κλάψουν(ε)θα κλαυτείθα κλαυτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κλάψει
θα έχω κλαμένο
θα έχουμε κλάψει
θα έχουμε κλαμένο
θα έχω κλαυτεί
θα είμαι κλαμένος, -η
θα έχουμε κλαυτεί
θα είμαστε κλαμένοι, -ες
θα έχεις κλάψει
θα έχεις κλαμένο
θα έχετε κλάψει
θα έχετε κλαμένο
θα έχεις κλαυτεί
θα είσαι κλαμένος, -η
θα έχετε κλαυτεί
θα είστε κλαμένοι, -ες
θα έχει κλάψει
θα έχει κλαμένο
θα έχουν κλάψει
θα έχουν κλαμένο
θα έχει κλαυτεί
θα είναι κλαμένος, -η, -ο
θα έχουν κλαυτεί
θα είναι κλαμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κλαίωνα κλαίμενα κλαίγομαινα κλαιγόμαστε
να κλαιςνα κλαίτενα κλαίγεσαινα κλαίγεστε, να κλαιγόσαστε
να κλαίεινα κλαίνε, να κλαιννα κλαίγεταινα κλαίγονται
Aoristνα κλάψωνα κλάψουμε, να κλάψομενα κλαυτώνα κλαυτούμε
να κλάψειςνα κλάψετενα κλαυτείςνα κλαυτείτε
να κλάψεινα κλάψουν(ε)να κλαυτείνα κλαυτούν(ε)
Perfνα έχω κλάψει
να έχω κλαμένο
να έχουμε κλάψει
να έχουμε κλαμένο
να έχω κλαυτεί
να είμαι κλαμένος, -η
να έχουμε κλαυτεί
να είμαστε κλαμένοι, -ες
να έχεις κλάψει
να έχεις κλαμένο
να έχετε κλάψει
να έχετε κλαμένο
να έχεις κλαυτεί
να είσαι κλαμένος, -η
να έχετε κλαυτεί
να είστε κλαμένοι, -ες
να έχει κλάψει
να έχει κλαμένο
να έχουν κλάψει
να έχουν κλαμένο
να έχει κλαυτεί
να είναι κλαμένος, -η, -ο
να έχουν κλαυτεί
να είναι κλαμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκλαίγεκλαίτεκλαίγεστε
Aoristκλάψεκλάψτε, κλαύτεκλάψουκλαυτείτε
Part
izip
Presκλαίγοντας
Perfέχοντας κλάψει, έχοντας κλαμένοκλαμένος, -η, -οκλαμένοι, -ες, -α
InfinAoristκλάψεικλαυτεί



Person Wortform
Präsens ich weine
du weinst
er, sie, es weint
Präteritum ich weinte
Konjunktiv II ich weinte
Imperativ Singular weine!
Plural weint!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geweint haben
Alle weiteren Formen: Flexion:weinen




Griechische Definition zu κλαίω

κλαίω [kléo] -γομαι στη σημ. 2 Ρ ενεστ. οριστ. κλαις, κλαίει, κλαίμε, κλαίτε, κλαίνε και κλαιν, πρτ. έκλαιγα, αόρ. έκλαψα, απαρέμφ. κλάψει, παθ. αόρ. κλαύτηκα, απαρέμφ. κλαυτεί, μππ. κλαμένος : 1. εκδηλώνω μια δυσάρεστη ψυχική κατάσταση (θλίψη, στενοχώρια, λύπη ) ή σωματικό πόνο με δάκρυα που τρέχουν από τα μάτια μου και που μπορεί να συνοδεύονται από λυγμούς ή από αναφιλητά: Έκλαιγε γοερά. Kλαίει εύκολα. Mε τη συμπεριφορά του μ΄ έκανε να κλάψω. Kλάψε να ξαλαφρώσεις. Ήταν έτοιμη να κλάψει. Ήρθε κλαμένη / κλαίγοντας. Kλαίει με μαύρο δάκρυ. Kλαίει σαν μικρό παιδί. || κλαίω κπ., κλαίω, θρηνώ για το θάνατο κάποιου: Tον έκλα ψε πολύ. Έκλαψα πικρά, και ως έκφραση, μετάνιωσα πολύ. (έκφρ.) κλαίω και οδύρομαι*. ΦΡ θα κλάψουν μανούλες, θα γίνει μεγάλη φασαρία, θα γίνει χαμός. τράβα* με κι ας κλαίω. θα βάλω τη γάτα* μου / τη σκούπα* μου να κλαίει. ούτε κλαίει ούτε γελάει*. ΠAΡ Kλαίν΄ οι χήρες κλαίν΄ κι οι παντρεμένες, γι΄ αυτούς που παραπονούνται και μεμψιμοιρούν χωρίς να υπάρχει λόγος. || για μωρό που βγάζει κραυγές, συνήθ. χωρίς δάκρυα, εκδηλώνοντας έτσι τη δυσαρέσκειά του για κτ. ΠAΡ Aν δεν κλάψει το παιδί δεν του δίνουνε βυζί, για να βρεις το δίκιο σου πρέπει να το απαιτήσεις επίμονα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κλαίω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15