κλίνω  Verb  [klino, klinw]

Ähnliche Bedeutung wie κλίνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κλίνω

... Ο Δήμος Κάτω Κλεινών ήταν δήμος του Νομού Φλώρινας που συστάθηκε με το Πρόγραμμα Καποδίστριας από τη συνένωση παλαιότερων κοινοτήτων της περιοχής, που ...

... Ο Στίβεν Κλέινι (Stephen Cole Kleene, 5 Ιανουαρίου 1909 – 25 Ιανουαρίου 1994) ήταν Αμερικανός μαθηματικός. Γεννήθηκε στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ των Η ...

... στην Λογική, και στην Επιστήμη Υπολογιστών, το Αστέρι Κλέινι (Kleene star), ή η κλειστότητα Κλέινι (Kleene closure), είναι μια πράξη με ένα όρισμα, που ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΛΙΝΩ
I lean
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κλίνωκλίνουμε, κλίνομεκλίνομαικλινόμαστε
κλίνειςκλίνετεκλίνεσαικλίνεστε, κλινόσαστε
κλίνεικλίνουν(ε)κλίνεταικλίνονται
Imper
fekt
έκλινακλίναμεκλινόμουν(α)κλινόμαστε, κλινόμασταν
έκλινεςκλίνατεκλινόσουν(α)κλινόσαστε, κλινόσασταν
έκλινεέκλιναν, κλίναν(ε)κλινόταν(ε)κλίνονταν, κλινόντανε, κλινόντουσαν
Aoristέκλινακλίναμεκλίθηκακλιθήκαμε
έκλινεςκλίνατεκλίθηκεςκλιθήκατε
έκλινεέκλιναν, κλίναν(ε)κλίθηκεκλίθηκαν, κλιθήκαν(ε)
Per
fect
έχω κλίνειέχουμε κλίνειέχω κλιθεί
είμαι κλιμένος, -η
έχουμε κλιθεί
είμαστε κλιμένοι, -ες
έχεις κλίνειέχετε κλίνειέχεις κλιθεί
είσαι κλιμένος, -η
έχετε κλιθεί
είστε κλιμένοι, -ες
έχει κλίνειέχουν κλίνειέχει κλιθεί
είναι κλιμένος, -η, -ο
έχουν κλιθεί
είναι κλιμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα κλίνειείχαμε κλίνειείχα κλιθεί
ήμουν κλιμένος, -η
είχαμε κλιθεί
ήμαστε κλιμένοι, -ες
είχες κλίνειείχατε κλίνειείχες κλιθεί
ήσουν κλιμένος, -η
είχατε κλιθεί
ήσαστε κλιμένοι, -ες
είχε κλίνειείχαν κλίνειείχε κλιθεί
ήταν κλιμένος, -η, -ο
είχαν κλιθεί
ήταν κλιμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κλίνωθα κλίνουμε, θα κλίνομεθα κλίνομαιθα κλινόμαστε
θα κλίνειςθα κλίνετεθα κλίνεσαιθα κλίνεστε, θα κλινόσαστε
θα κλίνειθα κλίνουν(ε)θα κλίνεταιθα κλίνονται
Fut
ur
θα κλίνωθα κλίνουμε, θα κλίνομεθα κλιθώθα κλιθούμε
θα κλίνειςθα κλίνετεθα κλιθείςθα κλιθείτε
θα κλίνειθα κλίνουν(ε)θα κλιθείθα κλιθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κλίνειθα έχουμε κλίνειθα έχω κλιθεί
θα είμαι κλιμένος, -η
θα έχουμε κλιθεί
θα είμαστε κλιμένοι, -ες
θα έχεις κλίνειθα έχετε κλίνειθα έχεις κλιθεί
θα είσαι κλιμένος, -η
θα έχετε κλιθεί
θα είστε κλιμένοι, -ες
θα έχει κλίνειθα έχουν κλίνειθα έχει κλιθεί
θα είναι κλιμένος, -η, -ο
θα έχουν κλιθεί
θα είναι κλιμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κλίνωνα κλίνουμε, να κλίνομενα κλίνομαινα κλινόμαστε
να κλίνειςνα κλίνετενα κλίνεσαινα κλίνεστε, να κλινόσαστε
να κλίνεινα κλίνουν(ε)να κλίνεταινα κλίνονται
Aoristνα κλίνωνα κλίνουμε, να κλίνομενα κλιθώνα κλιθούμε
να κλίνειςνα κλίνετενα κλιθείςνα κλιθείτε
να κλίνεινα κλίνουν(ε)να κλιθείνα κλιθούν(ε)
Perfνα έχω κλίνεινα έχουμε κλίνεινα έχω κλιθεί
να είμαι κλιμένος, -η
να έχουμε κλιθεί
να είμαστε κλιμένοι, -ες
να έχεις κλίνεινα έχετε κλίνεινα έχεις κλιθεί
να είσαι κλιμένος, -η
να έχετε κλιθεί
να είστε κλιμένοι, -ες
να έχει κλίνεινα έχουν κλίνεινα έχει κλιθεί
να είναι κλιμένος, -η, -ο
να έχουν κλιθεί
να είναι κλιμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκλίνεκλίνετεκλίνεστε
Aoristκλίνεκλίνετεκλίνουκλιθείτε
Part
izip
Presκλίνοντας
Perfέχοντας κλίνει, έχοντας κλιμένοκλιμένος, -η, -οκλιμένοι, -ες, -α
InfinAoristκλίνεικλιθεί





Person Wortform
Präsens ich neige
du neigst
er, sie, es neigt
Präteritum ich neigte
Konjunktiv II ich neigte
Imperativ Singular neig!
neige!
Plural neigt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geneigt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:neigen






Griechische Definition zu κλίνω

κλίνω [klíno] -ομαι στη σημ. II Ρ πρτ. και αόρ. έκλινα, απαρέμφ. κλίνει, παθ. αόρ. κλίθηκα, απαρέμφ. κλιθεί, μππ. κλιμένος : I1α. έχω, παρουσιάζω κλίση. ΦΡ γέρνει / κλίνει η πλάστιγγα*. β. (λόγ.) σκύβω, λυγίζω, κάμπτω: Έκλινε το κεφάλι προσευχόμενος. ΦΡ κλίνω το γόνυ, ως έκφραση σεβασμού. (απαρχ.) δεν έχει πού την κεφαλήν* κλίνη. || Ο ήλιος έκλινε προς τη δύση, έγερνε. γ. (λόγ.) αλλάζω κατεύθυνση, συνήθ. σε στρατιωτικά και γυμναστικά παραγγέλματα: Kλίνατε επί δεξιά! Kλίνατε επ΄ αριστερά! 2. (μτφ.) α. δείχνω προτίμηση, έφεση ή ροπή προς κτ.: κλίνω προς τη δεύτερη πρόταση. κλίνω προς την άποψή σου. || H νίκη άρχισε να κλίνει προς το μέρος των Aθηναίων. β. κυρίως για αποχρώσεις: Aυτό το πράσινο κλίνει περισσότερο προς το γαλάζιο. II. (γραμμ.) σχηματίζω με ορισμένη σειρά, προφορικά ή γραπτά, τους τύπους μιας κλιτής λέξης: Tα επιρρήματα δεν κλίνονται. Nα κλίνετε τον ενεστώτα του ρήματος “αγαπώ”.

[I: αρχ. & λόγ. < αρχ. κλίνω· ΙΙ: ελνστ. σημ.]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κλίνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15