κινδυνεύω  Verb  [kindinevo, kinthinevo, kindyneyw]

Ähnliche Bedeutung wie κινδυνεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze κινδυνεύω

... Αγγλίας, τα γεωστρατηγικά συμφέροντα των οποίων στην Ανατολική Μεσόγειο κινδύνευαν από την προοπτική δημιουργίας ενός νέου και δυναμικού ναυτικού και εμπορικού ...

... ειδών ζώων, ορισμένα εκ των οποίων συναντώνται μόνο στην Ελλάδα και κινδυνεύουν άμεσα με εξαφάνιση. Μεγαλύτερη απειλή δέχεται η Μεσογειακή φώκια (Monachus ...

... Η φράση "φτου για μένα" σημαίνει ότι εγώ έφτυσα τον εαυτό μου και δεν κινδυνεύω να μπω στη θέση αυτού που φυλάει στον επόμενο γύρο. Η φράση "φτου+το όνομα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze wackeln

... Mike, wackeln Flugzeuge normalerweise immer so? ...

Quelle: tokyomews

Grammatik


ΚΙΝΔΥΝΕΥΩ
I endanger
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
κινδυνεύωκινδυνεύουμε, κινδυνεύομε
κινδυνεύειςκινδυνεύετε
κινδυνεύεικινδυνεύουν(ε)
Imper
fekt
κινδύνευακινδυνεύαμε
κινδύνευεςκινδυνεύατε
κινδύνευεκινδύνευαν, κινδυνεύαν(ε)
Aoristκινδύνεψακινδυνέψαμε
κινδύνεψεςκινδυνέψατε
κινδύνεψεκινδύνεψαν, κινδυνέψαν(ε)
Per
fect
έχω κινδυνέψειέχουμε κινδυνέψει
έχεις κινδυνέψειέχετε κινδυνέψει
έχει κινδυνέψειέχουν κινδυνέψει
Plu
per
fect
είχα κινδυνέψειείχαμε κινδυνέψει
είχες κινδυνέψειείχατε κινδυνέψει
είχε κινδυνέψειείχαν κινδυνέψει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα κινδυνεύωθα κινδυνεύουμε, θα κινδυνεύομε
θα κινδυνεύειςθα κινδυνεύετε
θα κινδυνεύειθα κινδυνεύουν(ε)
Fut
ur
θα κινδυνέψωθα κινδυνέψουμε, θα κινδυνέψομε
θα κινδυνέψειςθα κινδυνέψετε
θα κινδυνέψειθα κινδυνέψουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω κινδυνέψειθα έχουμε κινδυνέψει
θα έχεις κινδυνέψειθα έχετε κινδυνέψει
θα έχει κινδυνέψειθα έχουν κινδυνέψει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να κινδυνεύωνα κινδυνεύουμε, να κινδυνεύομε
να κινδυνεύειςνα κινδυνεύετε
να κινδυνεύεινα κινδυνεύουν(ε)
Aoristνα κινδυνέψωνα κινδυνέψουμε, να κινδυνέψομε
να κινδυνέψειςνα κινδυνέψετε
να κινδυνέψεινα κινδυνέψουν(ε)
Perfνα έχω κινδυνέψεινα έχουμε κινδυνέψει
να έχεις κινδυνέψεινα έχετε κινδυνέψει
να έχει κινδυνέψεινα έχουν κινδυνέψει
Imper
ativ
Presκινδύνευεκινδυνεύετε
Aoristκινδύνεψεκινδυνέψτε, κινδυνεύτε
Part
izip
Presκινδυνεύοντας
Perfέχοντας κινδυνέψει
InfinAoristκινδυνέψει






Griechische Definition zu κινδυνεύω

κινδυνεύω [kinδinévo] .2α : 1. βρίσκομαι σε κατάσταση κινδύνου: Kινδυνεύει η ζωή του. Kινδύνεψε σοβαρά. Kινδυνεύει η πατρίδα. Aπό το νέφος κινδυνεύει η υγεία όλων μας. Tα παιδιά κινδυνεύουν από τα ναρκωτικά. Οι εγκαταστάσεις κινδύνεψαν από την πυρκαγιά. Οι καλλιέργειες κινδυνεύουν από την ξηρασία. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu κινδυνεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15