καταστρέφω  Verb  [katastrefo, katastrefw]

Ähnliche Bedeutung wie καταστρέφω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze καταστρέφω

... οι οποίοι για πάνω από μια γενιά μάστιζαν τις μικρασιατικές πόλεις, καταστρέφοντας ή απαιτώντας και λαμβάνοντας μεγάλα χρηματικά ποσά, χωρίς κάποιος να ...

... τουρκικό στόλο, ενώ από τη μάχη έμεινε γνωστή η φράση «κάνω τσατάλια» (καταστρέφω) από το όνομα του κόλπου της Μικράς Ασίας κοντά στον οποίο έγινε η ναυμαχία ...

... λαπίζω (= συρίζω), από την ίδια ρίζα λαπ επίσης και το ρήμα αλαπάζω (=καταστρέφω, διαρπάζω) αλλά και το ουσιαστικό λαίλαπα (λαίλαψ). Επειδή όμως και η ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze demolieren

... Abtragen steht für: Schleifung, das Demolieren und Einebnen von Gebäuden Abtragen (Verfahren), eine Gruppe von Trennverfahren (DIN 8590) Abtragen (Falknerei) ...

... Boot" von 1981). Zwei Rocker, die beim Hausüberwachungsdienst arbeiten, demolieren ein Wohnhaus und machen Musik. Ein fiktiver Werbespot über eine deutsche ...

... die das Haus 1895 aus Verkehrsrücksichten zur Erweiterung der Passage demolieren ließ. Der Kunsthistoriker und Barockfachmann Albert Ilg gab damals zu ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΩ
I destroy
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καταστρέφωκαταστρέφουμε, καταστρέφομεκαταστρέφομαικαταστρεφόμαστε
καταστρέφειςκαταστρέφετεκαταστρέφεσαικαταστρέφεστε, καταστρεφόσαστε
καταστρέφεικαταστρέφουν(ε)καταστρέφεταικαταστρέφονται
Imper
fekt
κατέστρεφα, κατάστρεφακαταστρέφαμεκαταστρεφόμουν(α)καταστρεφόμαστε, καταστρεφόμασταν
κατέστρεφες, κατάστρεφεςκαταστρέφατεκαταστρεφόσουν(α)καταστρεφόσαστε, καταστρεφόσασταν
κατέστρεφε, κατάστρεφεκατέστρεφαν, κατάστρεφαν, καταστρέφαν(ε)καταστρεφόταν(ε)καταστρέφονταν, καταστρεφόντανε, καταστρεφόντουσαν
Aoristκατέστρεψα, κατάστρεψακαταστρέψαμεκαταστράφηκακαταστραφήκαμε
κατέστρεψες, κατάστρεψεςκαταστρέψατεκαταστράφηκεςκαταστραφήκατε
κατέστρεψε, κατάστρεψεκατέστρεψαν, κατάστρεψαν, καταστρέψαν(ε)καταστράφηκεκαταστράφηκαν, καταστραφήκαν(ε)
Per
fect
έχω καταστρέψει
έχω κατεστραμμένο
έχουμε καταστρέψει
έχουμε κατεστραμμένο
έχω καταστραφεί
είμαι κατεστραμμένος, -η
έχουμε καταστραφεί
είμαστε κατεστραμμένοι, -ες
έχεις καταστρέψει
έχεις κατεστραμμένο
έχετε καταστρέψει
έχετε κατεστραμμένο
έχεις καταστραφεί
είσαι κατεστραμμένος, -η
έχετε καταστραφεί
είστε κατεστραμμένοι, -ες
έχει καταστρέψει
έχει κατεστραμμένο
έχουν καταστρέψει
έχουν κατεστραμμένο
έχει καταστραφεί
είναι κατεστραμμένος, -η, -ο
έχουν καταστραφεί
είναι κατεστραμμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα καταστρέψει
είχα κατεστραμμένο
είχαμε καταστρέψει
είχαμε κατεστραμμένο
είχα καταστραφεί
ήμουν κατεστραμμένος, -η
είχαμε καταστραφεί
ήμαστε κατεστραμμένοι, -ες
είχες καταστρέψει
είχες κατεστραμμένο
είχατε καταστρέψει
είχατε κατεστραμμένο
είχες καταστραφεί
ήσουν κατεστραμμένος, -η
είχατε καταστραφεί
ήσαστε κατεστραμμένοι, -ες
είχε καταστρέψει
είχε κατεστραμμένο
είχαν καταστρέψει
είχαν κατεστραμμένο
είχε καταστραφεί
ήταν κατεστραμμένος, -η, -ο
είχαν καταστραφεί
ήταν κατεστραμμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καταστρέφωθα καταστρέφουμε, θα καταστρέφομεθα καταστρέφομαιθα καταστρεφόμαστε
θα καταστρέφειςθα καταστρέφετεθα καταστρέφεσαιθα καταστρέφεστε, θα καταστρεφόσαστε
θα καταστρέφειθα καταστρέφουν(ε)θα καταστρέφεταιθα καταστρέφονται
Fut
ur
θα καταστρέψωθα καταστρέψουμε, θα καταστρέψομεθα καταστραφώθα καταστραφούμε
θα καταστρέψειςθα καταστρέψετεθα καταστραφείςθα καταστραφείτε
θα καταστρέψειθα καταστρέψουν(ε)θα καταστραφείθα καταστραφούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καταστρέψει
θα έχω κατεστραμμένο
θα έχουμε καταστρέψει
θα έχουμε κατεστραμμένο
θα έχω καταστραφεί
θα είμαι κατεστραμμένος, -η
θα έχουμε καταστραφεί
θα είμαστε κατεστραμμένοι, -ες
θα έχεις καταστρέψει
θα έχεις κατεστραμμένο
θα έχετε καταστρέψει
θα έχετε κατεστραμμένο
θα έχεις καταστραφεί
θα είσαι κατεστραμμένος, -η
θα έχετε καταστραφεί
θα είστε κατεστραμμένοι, -ες
θα έχει καταστρέψει
θα έχει κατεστραμμένο
θα έχουν καταστρέψει
θα έχουν κατεστραμμένο
θα έχει καταστραφεί
θα είναι κατεστραμμένος, -η, -ο
θα έχουν καταστραφεί
θα είναι κατεστραμμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καταστρέφωνα καταστρέφουμε, να καταστρέφομενα καταστρέφομαινα καταστρεφόμαστε
να καταστρέφειςνα καταστρέφετενα καταστρέφεσαινα καταστρέφεστε, να καταστρεφόσαστε
να καταστρέφεινα καταστρέφουν(ε)να καταστρέφεταινα καταστρέφονται
Aoristνα καταστρέψωνα καταστρέψουμε, να καταστρέψομενα καταστραφώνα καταστραφούμε
να καταστρέψειςνα καταστρέψετενα καταστραφείςνα καταστραφείτε
να καταστρέψεινα καταστρέψουν(ε)να καταστραφείνα καταστρεφούν(ε)
Perfνα έχω καταστρέψει
να έχω κατεστραμμένο
να έχουμε καταστρέψει
να έχουμε κατεστραμμένο
να έχω καταστραφεί
να είμαι κατεστραμμένος, -η
να έχουμε καταστραφεί
να είμαστε κατεστραμμένοι, -ες
να έχεις καταστρέψει
να έχεις κατεστραμμένο
να έχετε καταστρέψει
να έχετε κατεστραμμένο
να έχεις καταστραφεί
να είσαι κατεστραμμένος, -η
να έχετε καταστραφεί
να είστε κατεστραμμένοι, -ες
να έχει καταστρέψει
να έχει κατεστραμμένο
να έχουν καταστρέψει
να έχουν κατεστραμμένο
να έχει καταστραφεί
να είναι κατεστραμμένος, -η, -ο
να έχουν καταστραφεί
να είναι κατεστραμμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presκατέστρεφεκαταστρέφετεκαταστρέφεστε
Aoristκατέστρεψεκαταστρέψτε, καταστράφεκαταστρέψουκαταστραφείτε
Part
izip
Presκαταστρέφονταςκαταστρεφόμενος
Perfέχοντας καταστρέψει, έχοντας κατεστραμμένοκατεστραμμένος, -η, -ο
καταστραμμένος, -η, -ο
κατεστραμμένοι, -ες, -α
καταστραμμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαταστρέψεικαταστραφεί










Griechische Definition zu καταστρέφω

καταστρέφω [katastréfo] -ομαι Ρ αόρ. κατέστρεψα και (προφ.) κατάστρε ψα, απαρέμφ. καταστρέψει, παθ. αόρ. καταστράφηκα, απαρέμφ. καταστραφεί, μππ. κατεστραμμένος και καταστραμμένος : 1α. προξενώ σε κτ. πολύ μεγάλες φθορές ή αλλοιώσεις, με δραστικό τρόπο και συνήθ. σκόπι μα, ή το αφανίζω: H πυρκαγιά κατέστρεψε το σπίτι / το δάσος. Tο χαλάζι κατέστρεψε τις καλλιέργειες. Kατέστρεψε όλα τα στοιχεία που μπορούσαν να τον ενοχοποιήσουν. H υψηλή θερμοκρασία καταστρέφει τα μικρόβια, τα σκοτώνει. H πόλη καταστράφηκε από το σεισμό. β. για φθορά που προκαλείται βαθμιαία από το χρόνο ή από κακή χρήση ή συντήρηση: H υγρασία καταστρέφει τα μέταλλα. H κακή οδήγηση καταστρέφει το αυτοκίνητο. Πρόσεχε μην καταστρέψεις τα παπούτσια / τα ρούχα σου. Tο πλυντήριο καταστρέφει τα μάλλινα. || Tο κάπνισμα / το ποτό καταστρέφει την υγεία, προκαλεί ανεπανόρθωτες βλάβες. Tο κατέστρεψες το στομάχι σου. γ. κατασκευάζω κτ. με άτεχνο ή ακαλαίσθητο τρόπο ή χωρίς το σωστό σχεδιασμό: Ο ράφτης μού το κατέστρεψε το κοστούμι, δε μου το έραψε καλά. Mε την πυκνή δόμηση καταστρέψαμε τις πόλεις μας. || Aυτή η πολυκατοικία καταστρέφει το περιβάλλον. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καταστρέφω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15