καταριέμαι  Verb  [katarieme, katariemai]

Ähnliche Bedeutung wie καταριέμαι

Noch keine Synonyme


Beispielsätze καταριέμαι

... μπαλτάς ζώο, κατοικίδιο = χαϊβάνι πανωραία = ντουνιά γκιουζελί τσόκαρο = γαλότσα, γαλέντζα χαραμάδα = αραλίκι καταριέμαι = κακοχρονίζω, αδικιωρίζω σκίουρος ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze verfluchen

... Ich bin Schriftsteller geworden aus Liebe zur Welt und den Menschen und nicht, weil ich mich berufen fühle, zu verfluchen und anzuprangern. ...

Quelle: Esperantostern

Grammatik


ΚΑΤΑΡΙΕΜΑΙ
I curse
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καταριέμαικαταριόμαστε
καταριέσαικαταριέστε, καταριόσαστε
καταριέταικαταριούνται, καταριόνται
Imper
fekt
καταριόμουν(α)καταριόμαστε, καταριόμασταν
καταριόσουν(α)καταριόσαστε, καταριόσασταν
καταριόταν(ε)καταριόνταν(ε), καταριούνταν, καταριόντουσαν
Aoristκαταράστηκακαταραστήκαμε
καταράστηκεςκαταραστήκατε
καταράστηκεκαταράστηκαν, καταραστήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω καταραστείέχουμε καταραστεί
έχεις καταραστείέχετε καταραστεί
έχει καταραστείέχουν καταραστεί
Plu
perf
ekt
είχα καταραστείείχαμε καταραστεί
είχες καταραστείείχατε καταραστεί
είχε καταραστείείχαν καταραστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καταριέμαιθα καταριόμαστε
θα καταριέσαιθα καταριέστε, θα καταριόσαστε
θα καταριέταιθα καταριούνται, θα καταριόνται
Fut
ur
θα καταραστώθα καταραστούμε
θα καταραστείςθα καταραστείτε
θα καταραστείθα καταραστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καταραστείθα έχουμε καταραστεί
θα έχεις καταραστείθα έχετε καταραστεί
θα έχει καταραστείθα έχουν καταραστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καταριέμαινα καταριόμαστε
να καταριέσαινα καταριέστε
να καταριέταινα καταριούνται, να καταριόνται
Aoristνα καταραστώνα καταραστούμε
να καταραστείςνα καταραστείτε
να καταραστείνα καταραστούν(ε)
Perfνα έχω καταραστείνα έχουμε καταραστεί
να έχεις καταραστείνα έχετε καταραστεί
να έχει καταραστείνα έχουν καταραστεί
Imper
ativ
Presκαταριέστε
Aoristκαταράσουκαταραστείτε
Part
izip
Pres
Perfκαταραμένος, -η, -οκαταραμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαταραστεί








Griechische Definition zu καταριέμαι

καταριέμαι [katarjéme] .4β μππ. καταραμένος* : 1. εκφράζω με κατάρες την επιθυμία μου να πάθει κάποιο κακό ένα μισητό σ΄ εμένα πρόσωπο. ANT εύχομαι: Tον καταράστηκα να πάθει όσα μου έκανε. Δεν μπορεί να δει άσπρη μέρα, λες και τον καταράστηκαν. Ποιος με καταράστηκε και βασανίζομαι έτσι; [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu καταριέμαι

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15