καταριέμαι Verb  [katarieme, katariemai]

  Verb
(7)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu καταριέμαι

καταριέμαι Etymologie fehlt


GriechischDeutsch
Θα καταριέμαι αιώvια τοv εαυτό μου.Ich könnte mich verfluchen.

Übersetzung nicht bestätigt

Λογικό είναι να σε καταριέμαι.Jede Frau würde dich verfluchen.

Übersetzung nicht bestätigt

Και θα σε καταριέμαι μέχρι να πεθάνω!Ich werde dich verfluchen, bis du im Grab bist.

Übersetzung nicht bestätigt

Σε καταριέμαι να πας στην κόλαση!Gott möge dich verfluchen!

Übersetzung nicht bestätigt

Αρχίζω να τον καταριέμαι.Ich fang an, ihn in Gedanken zu verfluchen.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu καταριέμαι

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καταριέμαικαταριόμαστε
καταριέσαικαταριέστε, καταριόσαστε
καταριέταικαταριούνται, καταριόνται
Imper
fekt
καταριόμουν(α)καταριόμαστε, καταριόμασταν
καταριόσουν(α)καταριόσαστε, καταριόσασταν
καταριόταν(ε)καταριόνταν(ε), καταριούνταν, καταριόντουσαν
Aoristκαταράστηκακαταραστήκαμε
καταράστηκεςκαταραστήκατε
καταράστηκεκαταράστηκαν, καταραστήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω καταραστείέχουμε καταραστεί
έχεις καταραστείέχετε καταραστεί
έχει καταραστείέχουν καταραστεί
Plu
perf
ekt
είχα καταραστείείχαμε καταραστεί
είχες καταραστείείχατε καταραστεί
είχε καταραστείείχαν καταραστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καταριέμαιθα καταριόμαστε
θα καταριέσαιθα καταριέστε, θα καταριόσαστε
θα καταριέταιθα καταριούνται, θα καταριόνται
Fut
ur
θα καταραστώθα καταραστούμε
θα καταραστείςθα καταραστείτε
θα καταραστείθα καταραστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καταραστείθα έχουμε καταραστεί
θα έχεις καταραστείθα έχετε καταραστεί
θα έχει καταραστείθα έχουν καταραστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καταριέμαινα καταριόμαστε
να καταριέσαινα καταριέστε
να καταριέταινα καταριούνται, να καταριόνται
Aoristνα καταραστώνα καταραστούμε
να καταραστείςνα καταραστείτε
να καταραστείνα καταραστούν(ε)
Perfνα έχω καταραστείνα έχουμε καταραστεί
να έχεις καταραστείνα έχετε καταραστεί
να έχει καταραστείνα έχουν καταραστεί
Imper
ativ
Presκαταριέστε
Aoristκαταράσουκαταραστείτε
Part
izip
Pres
Perfκαταραμένος, -η, -οκαταραμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαταραστεί









Griechische Definition zu καταριέμαι

καταριέμαι [katarjéme] .4β μππ. καταραμένος* : 1. εκφράζω με κατάρες την επιθυμία μου να πάθει κάποιο κακό ένα μισητό σ΄ εμένα πρόσωπο. ANT εύχομαι: Tον καταράστηκα να πάθει όσα μου έκανε. Δεν μπορεί να δει άσπρη μέρα, λες και τον καταράστηκαν. Ποιος με καταράστηκε και βασανίζομαι έτσι; [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback