verdammen
 Verb

καταριέμαι Verb
(0)
αναθεματίζω Verb
(0)
DeutschGriechisch
Der Tod, zu dem Sie täglich hunderte arme Menschen verdammen, in dem fanatischen Versuch, ihre Seelen vor der eigenen in die Hölle zu schicken, ist ein milder Scherz im Vergleich zu dem blutigen Tod in den Lungen,Στον θανατο στον οποιον καταδικαζεις, εκατονταδες φτωχους αντρες καθημερινα... Σε μια μανιωδη προσπαθεια να στειλεις τις ψυχες τους στη κολαση.... Πριν απο την δικη σου...

Übersetzung nicht bestätigt

Wenn Sie George verdammen, haben Sie absolut recht.Στη συνεδρίαση των διευθυντών. Αν τον δείτε να ψάχνει για κάποιον, θυμίστε του ότι ψάχνει για μένα.

Übersetzung nicht bestätigt

In seinem Bann tanzen sie wie wild, bis die Morgendämmerung und die Kirchenglocken die Höllenarmee wieder in ihren Sitz der Dunkelheit verdammen.Υπό την μαγική του επίδραση χορεύουν ξέφρενα, μέχρι που ο ερχομός της αυγής και οι καμπάνες των εκκλησιών αναγκάζουν τις διαβολικές οντότητες, να τρυπώσουν ξανά στις καταχθόνιες κατοικίες τους.

Übersetzung nicht bestätigt

Ein neuer Außenseiter drohte in das Reich der Familie einzubrechen. Die Forsytes waren ebenso bereit, Bosinney zu empfangen, als ihn auch zu verdammen.Οι Φορσάιτ ετοιμάζονται να γνωρίσουν έναν άγνωστο: τον Φίλιπ Μποσίνι.

Übersetzung nicht bestätigt

Filotti und seine Kumpane, Gott wird sie in die Hölle verdammen!Μακάρι ο Φιλότι κι οι όμοιοί του να πάνε στην κόλαση!

Übersetzung nicht bestätigt

Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter.

Grammatik




Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καταριέμαικαταριόμαστε
καταριέσαικαταριέστε, καταριόσαστε
καταριέταικαταριούνται, καταριόνται
Imper
fekt
καταριόμουν(α)καταριόμαστε, καταριόμασταν
καταριόσουν(α)καταριόσαστε, καταριόσασταν
καταριόταν(ε)καταριόνταν(ε), καταριούνταν, καταριόντουσαν
Aoristκαταράστηκακαταραστήκαμε
καταράστηκεςκαταραστήκατε
καταράστηκεκαταράστηκαν, καταραστήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω καταραστείέχουμε καταραστεί
έχεις καταραστείέχετε καταραστεί
έχει καταραστείέχουν καταραστεί
Plu
perf
ekt
είχα καταραστείείχαμε καταραστεί
είχες καταραστείείχατε καταραστεί
είχε καταραστείείχαν καταραστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καταριέμαιθα καταριόμαστε
θα καταριέσαιθα καταριέστε, θα καταριόσαστε
θα καταριέταιθα καταριούνται, θα καταριόνται
Fut
ur
θα καταραστώθα καταραστούμε
θα καταραστείςθα καταραστείτε
θα καταραστείθα καταραστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω καταραστείθα έχουμε καταραστεί
θα έχεις καταραστείθα έχετε καταραστεί
θα έχει καταραστείθα έχουν καταραστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καταριέμαινα καταριόμαστε
να καταριέσαινα καταριέστε
να καταριέταινα καταριούνται, να καταριόνται
Aoristνα καταραστώνα καταραστούμε
να καταραστείςνα καταραστείτε
να καταραστείνα καταραστούν(ε)
Perfνα έχω καταραστείνα έχουμε καταραστεί
να έχεις καταραστείνα έχετε καταραστεί
να έχει καταραστείνα έχουν καταραστεί
Imper
ativ
Presκαταριέστε
Aoristκαταράσουκαταραστείτε
Part
izip
Pres
Perfκαταραμένος, -η, -οκαταραμένοι, -ες, -α
InfinAoristκαταραστεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback