καταπίνω Verb  [katapino, katapinw]

  Verb
(5)
  Verb
(1)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu καταπίνω

καταπίνω altgriechisch καταπίνω


GriechischDeutsch
Να κυνηγάω ένα κοπάδι κούληδες να αντιμετωπίζω πυρετούς να καταπίνω σκόνη τον ένα μήνα και να κυλιέμαι στη λάσπη τον άλλο μόνο και μόνο για να μπορεί κάποια γριά να έχει μια θερμοφόρα στο κρεβάτι της.Eine Horde fauler Kulis herumstoßen, das Fieber bekämpfen, Staub schlucken und im Schlamm waten? Damit irgend ne alte Frau sich ne Wärmflasche mit ins Bett nehmen kann?

Übersetzung nicht bestätigt

Είναι σαν να καταπίνω ολόκληρα βιβλία. Τα καταβροχθίζω.Ich scheine ganze Bücher zu schlucken, absolut verschlingen.

Übersetzung nicht bestätigt

Δε θέλω να καταπίνω 30 με 40 χάπια κάθε μέρα, να χάσω τα μαλλιά μου, και να κείτομαι τριγύρω, τόσο κουρασμένος, ώστε να μη μπορώ να σηκωθώ.Ich will nicht jeden einzelnen Tag 30 oder 40 Pillen schlucken, mein Haar verlieren, und herumliegen, zu müde zum Aufstehen,

Übersetzung nicht bestätigt

Να καταπίνω. Να καταπίνω πούλιες. Να καταπίνω τον μεγάλο με το BMX.Ich musste die Pailletten schlucken und den großen BMX-Jungs einen blasen.

Übersetzung nicht bestätigt

Δεν είμαι στην ομάδα λακρός. Δεν έχω μάθει να καταπίνω.Ich bin nicht im Lacrosse-Team und lernte nie schlucken.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu καταπίνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
καταπίνωκαταπίνουμε, καταπίνομεκαταπίνομαικαταπινόμαστε
καταπίνειςκαταπίνετεκαταπίνεσαικαταπίνεστε, καταπινόσαστε
καταπίνεικαταπίνουν(ε)καταπίνεταικαταπίνονται
Imper
fekt
κατάπινακαταπίναμεκαταπινόμουν(α)καταπινόμαστε, καταπινόμασταν
κατάπινεςκαταπίνατεκαταπινόσουν(α)καταπινόσαστε, καταπινόσασταν
κατάπινεκατάπιναν, καταπίναν(ε)καταπινόταν(ε)καταπίνονταν, καταπινόντανε, καταπινόντουσαν
Aoristκατάπιακατάπιαμε
κατάπιεςκατάπιατε
κατάπιεκατάπιαν(ε)
Per
fekt
έχω καταπιείέχουμε καταπιεί
έχεις καταπιείέχετε καταπιεί
έχει καταπιείέχουν καταπιεί
Plu
per
fekt
είχα καταπιείείχαμε καταπιεί
είχες καταπιείείχατε καταπιεί
είχε καταπιείείχαν καταπιεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα καταπίνωθα καταπίνουμεθα καταπίνομαιθα καταπινόμαστε
θα καταπίνειςθα καταπίνετεθα καταπίνεσαιθα καταπίνεστε θα καταπινόσαστε
θα καταπίνειθα καταπίνουνθα καταπίνεταιθα καταπίνονται
Fut
ur
θα καταπιώθα καταπιούμε
θα καταπιείςθα καταπιείτε
θα καταπιείθα καταπιούν
Fut
ur II
θα έχω καταπιείθα έχουμε καταπιεί
θα έχεις καταπιείθα έχετε καταπιεί
θα έχει καταπιείθα έχουν καταπιεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να καταπίνωνα καταπίνουμενα καταπίνομαινα καταπινόμαστε
να καταπίνειςνα καταπίνετενα καταπίνεσαινα καταπίνεστε να καταπινόσαστε
να καταπίνεινα καταπίνουννα καταπίνεταινα καταπίνονται
Aoristνα καταπιώνα καταπιούμε
να καταπιείςνα καταπιείτε
να καταπιείνα καταπιούν(ε)
Perfνα έχω καταπιείνα έχουμε καταπιεί
να έχεις καταπιείνα έχετε καταπιεί
να έχει καταπιείνα έχουν καταπιεί
Imper
ativ
Presκατάπινεκαταπίνετεκαταπίνεστε
Aoristκατάπιεκαταπιείτε
Part
izip
Presκαταπίνοντας
Perfέχοντας καταπιεί
InfinAoristκαταπιεί













Griechische Definition zu καταπίνω

καταπίνω [katapíno] -ομαι Ρ αόρ. κατάπια, απαρέμφ. καταπιεί (παθ. μόνο στο ενεστ. θ.) : 1α. με εκούσιες και με αντανακλαστικές κινήσεις των μυών του στόματος και του φάρυγγα κατεβάζω κτ., κυρίως μια ποσότητα στερεάς ή υγρής τροφής, από το στόμα στο στομάχι διά μέσου του οισοφάγου: Kατάπιε μια μπουκιά, έφαγε. Kατάπιε μια γουλιά νερό, ήπιε. Aυ τά τα χάπια δεν καταπίνονται εύκολα. Πνίγηκα, γιατί κατάπια ένα κουκούτσι. Δεν μπορώ να καταπιώ ούτε το σάλιο μου, για μεγάλη ανορεξία ή δυσκολία στην κατάποση. Πονάω όταν καταπίνω, όταν κάνω τις κινήσεις της κατάποσης. || Kαταπίνουμε τη σκόνη που σηκώνουν τα αυτοκίνητα, εισπνέουμε. β. (οικ.) τρώω βιαστικά και λαίμαργα, καταβροχθίζω την τρο φή μου: Ό,τι βρει μπροστά του το καταπίνει. || απορροφώ: Tο στεγνό χώ μα καταπίνει το νερό. (έκφρ.) καταπίνω το βήχα μου / τα γέλια μου / τα δάκρυά μου, τα συγκρατώ. ΦΡ κατάπιε τη γλώσσα* του. άνοιξε η γη και τον κατάπιε / λες και τον κατάπιε η γη / σαν να τον κατάπιε η γη, για κπ. ή για κτ. που εξαφανίζεται, που χάνεται ξαφνικά. να ανοίξει / να άνοιγε η γη να με καταπιεί, όταν νιώθω ντροπή ή συστολή και θέλω να φύγω για να μη με βλέπει κανείς. τον / το κατάπιε η θάλασσα, για κπ. που πνίγηκε χωρίς να βρεθεί το πτώμα του ή για σκάφος που βυθίστηκε χωρίς να αφήσει ίχνη. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback