{ο}  καθρέφτης  Subst.  [kathreftis, kathrefths]

{der}    Subst.
(333)

Etymologie zu καθρέφτης

καθρέφτης καθρέπτης Koine-Griechisch κάθοπτρον altgriechisch κάτοπτρον


GriechischDeutsch
Αλλά ο καθρέφτης είναι καθρέφτης, και βλέπω έναν δυστυχισμένο άνθρωπο.Aber dieser Spiegel ist ein Spiegel, und darin sehe ich einen unglücklichen Mann.
Είναι αλήθεια, υπήρχε ένας τεράστιος καθρέφτης δίπλα στη πόρτα... που φοβόσουν να πας κοντά του.Da war ein großer Spiegel. Er war in der Nähe der Tür. Ein riesiger Spiegel, dem Sie sich nicht zu nähern wagten, als ob er Sie beängstigen würde.
-Τίποτα, μόνο ένας παλιός καθρέφτης.Nichts, nur ein alter Spiegel.
Θυμάστε όταν έσπασε εκείνος ο καθρέφτης;Alles wegen dem zerbrochenen Spiegel!
Με όλη την σημασία. Το κρεβάτι και ο καθρέφτης ήταν στο περιεχόμενο των ιδιωτικών διαμερισμάτων του Κυρίου Φράνσις Εθέριγκντον, που πέθανε στην Μαρσντέν Λέισυ στά1836.das Bett und der Spiegel gehörten zur Wohnung eines Mr. Francis Etherington.
Ακόμα και το πάτωμα θέλει να γίνει καθρέφτης σου!Sogar der Fußboden möchte Euer Spiegel sein!
^IΕίμαι ο καθρέφτης σας, ^IΠεντάμορφη.Ich bin Euer Spiegel.
Πεντάμορφη, ένα ρόδο που έπαιξε τον ρόλο του, ο καθρέφτης μου, το χρυσό μου κλειδί, το άλογό μου και το γάντι μου είναι τα πέντε μυστικά της δύναμής μου.Die Rose, die Euch brachte, mein Spiegel, mein goldener Schlüssel. Mein Pferd und mein Handschuh, sind die fünf Geheimnisse meiner Macht.
Ο καθρέφτης!Der Spiegel!
Πού είναι ο περιστρεφόμενος καθρέφτης;Hurtado. Wo ist der drehbare Spiegel?

Synonyme zu καθρέφτης

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie καθρέφτης

Ähnliche Wörter zu καθρέφτης

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu καθρέφτης

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

Noch keine Grammatik zu καθρέφτης.



Singular

Plural

Nominativ der Spiegel

die Spiegel

Genitiv des Spiegels

der Spiegel

Dativ dem Spiegel

den Spiegeln

Akkusativ den Spiegel

die Spiegel




Griechische Definition zu καθρέφτης

καθρέφτης ο [kaθréftis] : 1α. λεία και γυαλιστερή επιφάνεια που ανακλά τις φωτεινές ακτίνες, με αποτέλεσμα να σχηματίζει τα είδωλα των αντικειμένων που βρίσκονται μπροστά της· κατασκευάζεται κυρίως από κρύσταλλο ή από γυαλί, του οποίου η πίσω επιφάνεια έχει ειδική επίστρωση: Nτουλάπα με καθρέφτη, στο εξωτερικό ή στο εσωτερικό των φύλλων της. καθρέφτης με λαβή. Aσημένιος / χρυσός καθρέφτης, με ασημένια / χρυσή επένδυση. Ο καθρέφτης του αυτοκινήτου, για να ελέγχει ο οδηγός την κίνηση. Παραμορφωτικός καθρέφτης, που δείχνει τα είδωλα των αντικειμένων παραμορφωμένα και μτφ. η εσφαλμένη οπτική γωνία υπό την οποία θεωρούμε ένα ζήτημα. Mαγικός καθρέφτης, κατά τη λαϊκή αντίληψη, καθρέφτης που έδειχνε πρόσωπα ή πράγματα απόντα. Kοιτάω τον εαυτό μου / κοιτάζομαι στον καθρέφτη, γυαλίζομαι4. Bλέπω κτ. ή κπ. στον καθρέφτη, βλέπω το είδωλο που σχηματίζεται. Όλη τη μέρα την περνάει μπροστά στον καθρέφτη, επικριτικά για κπ. που ασχολείται υπερβολικά με την εμφάνισή του. Kοιτάξου στον καθρέφτη να δεις πώς έγινες! Aυτός ο άνθρωπος δεν κοιτάζει καμιά φορά και τον καθρέφτη!, για κπ. που δεν έχει επίγνωση της πολύ κακής εξωτερικής του εμφάνισης. β. χαρακτηρισμός μιας λείας και γυαλιστερής επιφάνειας· γυαλί3: Λουστράρισαν τα μάρμαρα και έγιναν (σαν) καθρέφτης. Έτριψα το παρκέ και το έκανα καθρέφτη. καθρέφτης είναι τα νερά της λίμνης / η θάλασσα, ήρεμη και καθαρή. [...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback