ισοπεδώνω  

  • abflachen
    upvotedownvote
  • ebnen
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... της Σπάρτης εξαπολύει επίθεση στη Μεγαλόπολη το 223 π.Χ., την οποία και ισοπεδώνει. Εκμεταλλεύεται την απουσία των μακεδονικών στρατευμάτων που ξεχειμωνιάζουν ...

... τον Τοχταμίς της Χρυσής Ορδής. Η πρωτεύουσα της Χρυσής Ορδής, Σαράι, ισοπεδώνεται και ο Ταμερλάνος εγκαθιστά έναν κυβερνήτη-μαριονέτα στο θρόνο της Χρυσής ...

... προανακτορική περίοδο (3000-1900 π.Χ.), στο τέλος της οποίας ο χώρος ισοπεδώνεται για την ανέγερση ενός μεγάλου ανακτόρου. Το πρώτο αυτό ανάκτορο καταστρέφεται ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

isopedono, isopethono, isopedwnw


Deutsche Synonyme zu: ισοπεδώνω

planieren einebnen verflachen begradigen ebnen abflachen flach machen abflauen abebben abklingen abnehmen weniger werden nachlassen (sich) abschwächen schwächer werden zurückgehen im Schwinden begriffen sein


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
ισοπεδώσει
μετοχή (ενεστώτας)
ισοπεδώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ισοπεδώνω ισοπεδώνεις ισοπεδώνει ισοπεδώνο(υ)με ισοπεδώνετε ισοπεδώνουν(ε)
παρατατικός ισοπέδωνα ισοπέδωνες ισοπέδωνε ισοπεδώναμε ισοπεδώνατε ισοπέδωναν, ισοπεδώναν(ε)
αόριστος ισοπέδωσα ισοπέδωσες ισοπέδωσε ισοπεδώσαμε ισοπεδώσατε ισοπέδωσαν, ισοπεδώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα ισοπεδώνω θα ισοπεδώνεις θα ισοπεδώνει θα ισοπεδώνο(υ)με θα ισοπεδώνετε θα ισοπεδώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα ισοπεδώσω θα ισοπεδώσεις θα ισοπεδώσει θα ισοπεδώσο(υ)με θα ισοπεδώσετε θα ισοπεδώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω ισοπεδώσει έχεις ισοπεδώσει έχει ισοπεδώσει έχο(υ)με ισοπεδώσει έχετε ισοπεδώσει έχουν(ε) ισοπεδώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα ισοπεδώσει είχες ισοπεδώσει είχε ισοπεδώσει είχαμε ισοπεδώσει είχατε ισοπεδώσει είχαν(ε) ισοπεδώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω ισοπεδώσει θα έχεις ισοπεδώσει θα έχει ισοπεδώσει θα έχο(υ)με ισοπεδώσει θα έχετε ισοπεδώσει θα έχουν(ε) ισοπεδώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να ισοπεδώνω να ισοπεδώνεις να ισοπεδώνει να ισοπεδώνο(υ)με να ισοπεδώνετε να ισοπεδώνουν(ε)
αόριστος να ισοπεδώσω να ισοπεδώσεις να ισοπεδώσει να ισοπεδώσο(υ)με να ισοπεδώσετε να ισοπεδώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω ισοπεδώσει να έχεις ισοπεδώσει να έχει ισοπεδώσει να έχο(υ)με ισοπεδώσει να έχετε ισοπεδώσει να έχουν(ε) ισοπεδώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ισοπέδωνε ισοπεδώνετε
αόριστος ισοπέδωσε ισοπεδώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15