θυμίζω  Verb  [thimizo, thymizw]

Ähnliche Bedeutung wie θυμίζω


Beispielsätze θυμίζω

... προϊόν ήταν μία καμπάνα, με βάρος 15.000 κιλά μπροστά στο δημαρχείο υπενθυμίζει αυτό το επίτευγμα. Μετά την παρακμή της μεταλλευτικής, το Μπόχουμ εξελίχθηκε ...

... στο Γιβραλτάρ. Προειδοποιητική πινακίδα στην Αυστραλία που υπενθυμίζει στους οδηγούς να οδηγούν στα αριστερά. Κέιπ Τάουν, Νότια Αφρική ...

... ψάλλονται κανονικά στις απολύσεις των Εσπερινών, κατ΄ άλλους στο ότι υπενθυμίζουν το λόγο του Συμεών «Νυν απολύεις τον δούλον Σου Δέσποτα κλπ.». Εκτός ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze erinnern

... Seine Augen erinnern mich an die einer Katze. ...

... Ich habe ihn vielleicht schon einmal irgendwo getroffen, aber ich kann mich nicht erinnern wo. ...

... Ich habe in dieser Woche den Namensstempel so häufig verwendet, dass ich mich nicht erinnern kann, wie häufig es war. ...

Quelle: MUIRIEL, Wolf, xtofu80

Grammatik


thimamai">ΘΥΜΙΖΩ
I remind
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
θυμίζωθυμίζουμε, θυμίζομε
θυμίζειςθυμίζετε
θυμίζειθυμίζουν(ε)
Imper
fekt
θύμιζαθυμίζαμε
θύμιζεςθυμίζατε
θύμιζεθύμιζαν, θυμίζαν(ε)
Aoristθύμισα θυμίσαμε
θύμισεςθυμίσατε
θύμισεθύμισαν, θυμίσαν(ε)
Per
fect
έχω θυμίσειέχουμε θυμίσει
έχεις θυμίσειέχετε θυμίσει
έχει θυμίσειέχουν θυμίσει
Plu
per
fect
είχα θυμίσειείχαμε θυμίσει
είχες θυμίσειείχατε θυμίσει
είχε θυμίσειείχαν θυμίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα θυμίζωθα θυμίζουμε, θα θυμίζομε
θα θυμίζειςθα θυμίζετε
θα θυμίζειθα θυμίζουν(ε)
Fut
ur
θα θυμίσωθα θυμίσουμε, θα θυμίζομε
θα θυμίσειςθα θυμίσετε
θα θυμίσειθα θυμίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω θυμίσειθα έχουμε θυμίσει
θα έχεις θυμίσειθα έχετε θυμίσει
θα έχει θυμίσειθα έχουν θυμίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να θυμίζωνα θυμίζουμε, να θυμίζομε
να θυμίζειςνα θυμίζετε
να θυμίζεινα θυμίζουν(ε)
Aoristνα θυμίσωνα θυμίσουμε, να θυμίσομε
να θυμίσειςνα θυμίσετε
να θυμίσεινα θυμίσουν(ε)
Perfνα έχω θυμίσεινα έχουμε θυμίσει
να έχεις θυμίσεινα έχετε θυμίσει
να έχει θυμίσεινα έχουν θυμίσει
Imper
ativ
Presθύμιζεθυμίζετε
Aoristθύμισεθυμίσετε
Part
izip
Presθυμίζοντας
Perfέχοντας θυμίσει
InfinAoristθυμίσει




Griechische Definition zu θυμίζω

θυμίζω [θimízo] .1α : 1. επαναφέρω στη μνήμη κάποιου κτ. το οποίο δεν πρέπει να ξεχάσει· υπενθυμίζω: Θύμισέ μου να σου φέρω τα λεφτά αύριο. || Mη μου θυμίζεις δυσάρεστες καταστάσεις. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu θυμίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15