θαμπώνω  Verb  [thabono, thampwnw]

Ähnliche Bedeutung wie θαμπώνω


Beispielsätze θαμπώνω

... όρου (από τον οποίο προέρχεται και ο αγγλικός) horn (κέρας) και blende (θαμπώνω, ξεγελώ) επειδή συχνά συγχέεται με παρόμοιων χρωματισμών ημιπολύτιμα ή ...

... σε ένα σημείο, τότε η λαμπρότητα απειρίζεται και το συγκεκριμένο σημείο θαμπώνει τον παρατηρητή. Η λαμπρότητα στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων (SI) μετριέται ...

... έχει επίσης και τη μικρότερη πυκνότητα μεταξύ των PGMs. Το παλλάδιο δε θαμπώνει με το πέρασμα του χρόνου έχει όμως το μειονέκτημα ότι μπορεί να αποχρωματιστεί ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze blenden

... Man sollte sich von der äußeren Erscheinung nicht blenden lassen. ...

... Das haben die Frauen gemein mit den Göttern: sie blenden uns, ehe sie uns verderben. ...

... Doch Sibylle lässt sich von dem Auftreten und der Herkunft des sie umgarnenden Mannes aus wohlhabender Familie blenden und verfällt diesem charakterlosen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΘΑΜΠΩΝΩ
I dazzle
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
θαμπώνωθαμπώνουμε, θαμπώνομεθαμπώνομαιθαμπωνόμαστε
θαμπώνειςθαμπώνετεθαμπώνεσαιθαμπώνεστε, θαμπωνόσαστε
θαμπώνειθαμπώνουν(ε)θαμπώνεταιθαμπώνονται
Imper
fekt
θάμπωναθαμπώναμεθαμπωνόμουν(α)θαμπωνόμαστε, θαμπωνόμασταν
θάμπωνεςθαμπώνατεθαμπωνόσουν(α)θαμπωνόσαστε, θαμπωνόσασταν
θάμπωνεθάμπωναν, θαμπώναν(ε)θαμπωνόταν(ε)θαμπώνονταν, θαμπωνόντανε, θαμπωνόντουσαν
Aoristθάμπωσαθαμπώσαμεθαμπώθηκαθαμπωθήκαμε
θάμπωσεςθαμπώσατεθαμπώθηκεςθαμπωθήκατε
θάμπωσεθάμπωσαν, θαμπώσαν(ε)θαμπώθηκεθαμπώθηκαν, θαμπωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω θαμπώσει
έχω θαμπωμένο
έχουμε θαμπώσει
έχουμε θαμπωμένο
έχω θαμπωθεί
είμαι θαμπωμένος, -η
έχουμε θαμπωθεί
είμαστε θαμπωμένοι, -ες
έχεις θαμπώσει
έχεις θαμπωμένο
έχετε θαμπώσει
έχετε θαμπωμένο
έχεις θαμπωθεί
είσαι θαμπωμένος, -η
έχετε θαμπωθεί
είστε θαμπωμένοι, -ες
έχει θαμπώσει
έχει θαμπωμένο
έχουν θαμπώσει
έχουν θαμπωμένο
έχει θαμπωθεί
είναι θαμπωμένος, -η, -ο
έχουν θαμπωθεί
είναι θαμπωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα θαμπώσει
είχα θαμπωμένο
είχαμε θαμπώσει
είχαμε θαμπωμένο
είχα θαμπωθεί
ήμουν θαμπωμένος, -η
είχαμε θαμπωθεί
ήμαστε θαμπωμένοι, -ες
είχες θαμπώσει
είχες θαμπωμένο
είχατε θαμπώσει
είχατε θαμπωμένο
είχες θαμπωθεί
ήσουν θαμπωμένος, -η
είχατε θαμπωθεί
ήσαστε θαμπωμένοι, -ες
είχε θαμπώσει
είχε θαμπωμένο
είχαν θαμπώσει
είχαν θαμπωμένο
είχε θαμπωθεί
ήταν θαμπωμένος, -η, -ο
είχαν θαμπωθεί
ήταν θαμπωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα θαμπώνωθα θαμπώνουμε, θα θαμπώνομεθα θαμπώνομαιθα θαμπωνόμαστε
θα θαμπώνειςθα θαμπώνετεθα θαμπώνεσαιθα θαμπώνεστε, θα θαμπωνόσαστε
θα θαμπώνειθα θαμπώνουν(ε)θα θαμπώνεταιθα θαμπώνονται
Fut
ur
θα θαμπώσωθα θαμπώσουμε, θα θαμπώσομεθα θαμπωθώθα θαμπωθούμε
θα θαμπώσειςθα θαμπώσετεθα θαμπωθείςθα θαμπωθείτε
θα θαμπώσειθα θαμπώσουνθα θαμπωθείθα θαμπωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω θαμπώσει
θα έχω θαμπωμένο
θα έχουμε θαμπώσει
θα έχουμε θαμπωμένο
θα έχω θαμπωθεί
θα είμαι θαμπωμένος, -η
θα έχουμε θαμπωθεί
θα είμαστε θαμπωμένοι, -ες
θα έχεις θαμπώσει
θα έχεις θαμπωμένο
θα έχετε θαμπώσει
θα έχετε θαμπωμένο
θα έχεις θαμπωθεί
θα είσαι θαμπωμένος, -η
θα έχετε θαμπωθεί
θα είστε θαμπωμένοι, -ες
θα έχει θαμπώσει
θα έχει θαμπωμένο
θα έχουν θαμπώσει
θα έχουν θαμπωμένο
θα έχει θαμπωθεί
θα είναι θαμπωμένος, -η, -ο
θα έχουν θαμπωθεί
θα είναι θαμπωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να θαμπώνωνα θαμπώνουμε, να θαμπώνομενα θαμπώνομαινα θαμπωνόμαστε
να θαμπώνειςνα θαμπώνετενα θαμπώνεσαινα θαμπώνεστε, να θαμπωνόσαστε
να θαμπώνεινα θαμπώνουν(ε)να θαμπώνεταινα θαμπώνονται
Aoristνα θαμπώσωνα θαμπώσουμε, να θαμπώσομενα θαμπωθώνα θαμπωθούμε
να θαμπώσειςνα θαμπώσετενα θαμπωθείςνα θαμπωθείτε
να θαμπώσεινα θαμπώσουν(ε)να θαμπωθείνα θαμπωθούν(ε)
Perfνα έχω θαμπώσει
να έχω θαμπωμένο
να έχουμε θαμπώσει
να έχουμε θαμπωμένο
να έχω θαμπωθεί
να είμαι θαμπωμένος, -η
να έχουμε θαμπωθεί
να είμαστε θαμπωμένοι, -ες
να έχεις θαμπώσει
να έχεις θαμπωμένο
να έχετε θαμπώσει
να έχετε θαμπωμένο
να έχεις θαμπωθεί
να είσαι θαμπωμένος, -η
να έχετε θαμπωθεί
να είστε θαμπωμένοι, -ες
να έχει θαμπώσει
να έχει θαμπωμένο
να έχουν θαμπώσει
να έχουν θαμπωμένο
να έχει θαμπωθεί
να είναι θαμπωμένος, -η, -ο
να έχουν θαμπωθεί
να είναι θαμπωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presθάμπωνεθαμπώνετεθαμπώνεστε
Aoristθάμπωσεθαμπώστε, θαμπώσετεθαμπώσουθαμπωθείτε
Part
izip
Presθαμπώνοντας
Perfέχοντας θαμπώσει, έχοντας θαμπωμένοθαμπωμένος, -η, -οθαμπωμένοι, -ες, -α
InfinAoristθαμπώσειθαμπωθεί




Griechische Definition zu θαμπώνω

θαμπώνω [θambóno] -ομαι : 1. γίνομαι θαμπός, χάνω την καθαρότητά μου: Θάμπωσε ο καθρέφτης / το τζάμι / το γυαλί. || κάνω κτ. θαμπό, μειώνω την καθαρότητά του: Mε το χνότο μου θάμπωσα τον καθρέφτη. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu θαμπώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15