{η}  θάλασσα  Subst.  [thalassa]

  • {das}    Subst.

Etymologie zu θάλασσα

θάλασσα altgriechisch θάλασσα


GriechischDeutsch
Μια ειρηνική ζωή. Πράσινες πλαγιές, τη γαλάζια θάλασσα.An eine friedvolle Landschafl, an sanfte, grüne Hügel, die zum Meer hin abfallen...
Η θάλασσα φταίει.Es liegt am Meer.
Η θάλασσα όμως είναι η ίδια.Aber das Meer ist dasselbe!
Η θάλασσα είναι ταραγμένη κι έχει ομίχλη.das Meer ist trüb und es gibt Nebel.
Τα πλοία, η θάλασσα, οι ναύτες...Die Schiffe, das Meer, die Leute...
Οι κυρίες λούονται στην θάλασσα.Die Damen baden im Meer.
Υπάρχουν μεγάλα κόκκινα βράχια και η θάλασσα και παντού καζίνο.Es gibt große, rote Felsen dort, das Meer, und Kasinos drumherum.
Όλος ο στρατός μου έχει συγκεντρωθεί ανάμεσα σε σένα και τη θάλασσα.Meine ganze Armee ist zwischen Euch und dem Meer aufgestellt.
Για τη μεγαλύτερη δόξα του Έσσεξ θα έκανες πόλεμο με τον κόσμο θα έσερνες τη χώρα σου και θα την έπνιγες σε μια θάλασσα με χρέη και αίμα.Zum größeren Ruhm von Essex, würdet Ihr Krieg mit der Welt führen, Euer Land herabziehen und es in einem Meer von Schulden und Blut ertränken.
Ξεκίνησε το καλοκαίρι στη θάλασσα προτού τον παντρευτείτε.Ja. Das begann vor ihrer Hochzeit, im Sommer am Meer.

Synonyme zu θάλασσα

  • πέλαγος

Ähnliche Bedeutung wie θάλασσα

Ähnliche Wörter zu θάλασσα

Deutsche Synonyme zu θάλασσα

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik


FallSingularPlural
Nominativθάλασσαθάλασσες
Genitivθάλασσαςθαλασσών
Akkusativθάλασσαθάλασσες
Vokativθάλασσαθάλασσες
συχνά χρησιμοποιείται στη Genitiv του ενικού
η παλαιότερη μορφή "θαλάσσης"



Singular

Plural

Nominativ das Meer

die Meere

Genitiv des Meers
des Meeres

der Meere

Dativ dem Meer
dem Meere

den Meeren

Akkusativ das Meer

die Meere




Griechische Definition zu θάλασσα

θάλασσα η [θálasa] λόγ. γεν. και θαλάσσης : 1. συνεχής μάζα αλμυρού ύδατος που καλύπτει το μεγαλύτερο τμήμα της επιφάνειας του πλανήτη μας: Γαλάζια / απέραντη / ανοιχτή / ήσυχη / αγριεμένη / αφρισμένη / φουρτουνιασμένη θάλασσα. Tο κύμα της θάλασσας. Tο πλοίο ταξιδεύει στη θάλασσα. Nησί είναι έκταση γης που περιβάλλεται από θάλασσα. Άνθρωποι της θάλασσας, που έχουν στενή σχέση με το υγρό στοιχείο (ναυτικοί, ψαράδες κτλ.). Όργωσε τις θάλασσες. Tο αλογάκι της θάλασσας, ο ιππόκαμπος. Στρώμα θαλάσσης, φουσκωτό. Σκάφη ανοιχτής θαλάσσης. (έκφρ.) διά θαλάσσης, για συγκοινωνίες, μεταφορές κτλ., που γίνονται από τη θάλασσα και όχι από την ξηρά. σε στεριά* και θάλασσα. ΦΡ πυρ, γυνή και θάλασσα, ως ένδειξη μεγάλων συμφορών. έφαγα τη θάλασσα με το κουτάλι*. τον έφαγε* η θάλασσα. || Άνθρωπος στη θάλασσα!, για άνθρωπο που έχει πέσει στη θάλασσα και κινδυνεύει. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu θάλασσα

Noch keine Fragen.




Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15