ησυχάζω  Verb  [isichazo, hsyxazw]

Ähnliche Bedeutung wie ησυχάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ησυχάζω

... Βαράσοβας - Πρόκειται για μοναστηριακό συγκρότημα φρουριακού χαρακτήρα όπου ησύχαζε μία μικρή αδελφότητα μοναχών από τον 9ο έως τον 19ο αιώνα. Ο Άγιος Δημήτριος ...

... τελευταίας εθνικής Συνέλευσης. Επιδόθηκε με το εμπόριο και εγκαταστάθηκε ησυχάζοντας στην Αθήνα και τον Πειραιά, όπου απεβίωσε τον Νοέμβριο του 1864. Αμβρόσιος ...

... Μοσχονά), εκατομμυριούχα & χωρισμένη αδελφή του άγαμου διευθυντή του & ησυχάζει, ενώ ο Κοκός αρχίζει να φλερτάρει μαζί της. Σάββας: Μίμης Φωτόπουλος Μπάμπης: ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze beruhigen

... Aber wenn sich das Gewitter verzogen hat, beruhigen wir uns wieder und bald ist die Harmonie wieder hergestellt. ...

... Sagen Sie mir nicht, dass ich mich beruhigen soll! ...

... Sag mir nicht, dass ich mich beruhigen soll! ...

Quelle: al_ex_an_der, Pfirsichbaeumchen, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΗΣΥΧΑΖΩ
I am quiet
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ησυχάζωησυχάζουμε, ησυχάζομε
ησυχάζειςησυχάζετε
ησυχάζειησυχάζουν(ε)
Imper
fekt
ησύχαζαησυχάζαμε
ησύχαζεςησυχάζατε
ησύχαζεησύχαζαν, ησυχάζαν(ε)
Aoristησύχασαησυχάσαμε
ησύχασεςησυχάσατε
ησύχασεησύχασαν, ησυχάσαν(ε)
Per
fect
έχω ησυχάσειέχουμε ησυχάσει
έχεις ησυχάσειέχετε ησυχάσει
έχει ησυχάσειέχουν ησυχάσει
Plu
per
fect
είχα ησυχάσειείχαμε ησυχάσει
είχες ησυχάσειείχατε ησυχάσει
είχε ησυχάσειείχαν ησυχάσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ησυχάζωθα ησυχάζουμε, θα ησυχάζομε
θα ησυχάζειςθα ησυχάζετε
θα ησυχάζειθα ησυχάζουν(ε)
Fut
ur
θα ησυχάσωθα ησυχάσουμε, θα ησυχάζομε
θα ησυχάσειςθα ησυχάσετε
θα ησυχάσειθα ησυχάσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ησυχάσειθα έχουμε ησυχάσει
θα έχεις ησυχάσειθα έχετε ησυχάσει
θα έχει ησυχάσειθα έχουν ησυχάσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ησυχάζωνα ησυχάζουμε, να ησυχάζομε
να ησυχάζειςνα ησυχάζετε
να ησυχάζεινα ησυχάζουν(ε)
Aoristνα ησυχάσωνα ησυχάσουμε, να ησυχάσομε
να ησυχάσειςνα ησυχάσετε
να ησυχάσεινα ησυχάσουν(ε)
Perfνα έχω ησυχάσεινα έχουμε ησυχάσει
να έχεις ησυχάσεινα έχετε ησυχάσει
να έχει ησυχάσεινα έχουν ησυχάσει
Imper
ativ
Presησύχαζεησυχάζετε
Aoristησύχασεησυχάστε
Part
izip
Presησυχάζοντας
Perfέχοντας ησυχάσει
InfinAoristησυχάσει




Griechische Definition zu ησυχάζω

ησυχάζω [isixázo] .1α : 1α. παύω να δημιουργώ θόρυβο και αναταραχή· κάνω ησυχία: Hσυχάστε, επιτέλους, θέλω να διαβάσω! Aν δεν ησυχάσεις, θα σε πετάξω έξω. β. κάνω κπ. να ησυχάσει: Προσπάθησε να το ησυχάσεις το παιδί. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ησυχάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15