ζημιώνω Verb  [zimiono, zhmiwnw]

  Verb
(0)

Etymologie zu ζημιώνω

ζημιώνω altgriechisch ζημιῶ ζημία


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu ζημιώνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ζημιώνωζημιώνουμε, ζημιώνομεζημιώνομαιζημιωνόμαστε
ζημιώνειςζημιώνετεζημιώνεσαιζημιώνεστε, ζημιωνόσαστε
ζημιώνειζημιώνουν(ε)ζημιώνεταιζημιώνονται
Imper
fekt
ζημίωναζημιώναμεζημιωνόμουν(α)ζημιωνόμαστε, ζημιωνόμασταν
ζημίωνεςζημιώνατεζημιωνόσουν(α)ζημιωνόσαστε, ζημιωνόσασταν
ζημίωνεζημίωναν, ζημιώναν(ε)ζημιωνόταν(ε)ζημιώνονταν, ζημιωνόντανε, ζημιωνόντουσαν
Aoristζημίωσαζημιώσαμεζημιώθηκαζημιωθήκαμε
ζημίωσεςζημιώσατεζημιώθηκεςζημιωθήκατε
ζημίωσεζημίωσαν, ζημιώσαν(ε)ζημιώθηκεζημιώθηκαν, ζημιωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ζημιώσει
έχω ζημιωμένο
έχουμε ζημιώσει
έχουμε ζημιωμένο
έχω ζημιωθεί
είμαι ζημιωμένος, -η
έχουμε ζημιωθεί
είμαστε ζημιωμένοι, -ες
έχεις ζημιώσει
έχεις ζημιωμένο
έχετε ζημιώσει
έχετε ζημιωμένο
έχεις ζημιωθεί
είσαι ζημιωμένος, -η
έχετε ζημιωθεί
είστε ζημιωμένοι, -ες
έχει ζημιώσει
έχει ζημιωμένο
έχουν ζημιώσει
έχουν ζημιωμένο
έχει ζημιωθεί
είναι ζημιωμένος, -η, -ο
έχουν ζημιωθεί
είναι ζημιωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ζημιώσει
είχα ζημιωμένο
είχαμε ζημιώσει
είχαμε ζημιωμένο
είχα ζημιωθεί
ήμουν ζημιωμένος, -η
είχαμε ζημιωθεί
ήμαστε ζημιωμένοι, -ες
είχες ζημιώσει
είχες ζημιωμένο
είχατε ζημιώσει
είχατε ζημιωμένο
είχες ζημιωθεί
ήσουν ζημιωμένος, -η
είχατε ζημιωθεί
ήσαστε ζημιωμένοι, -ες
είχε ζημιώσει
είχε ζημιωμένο
είχαν ζημιώσει
είχαν ζημιωμένο
είχε ζημιωθεί
ήταν ζημιωμένος, -η, -ο
είχαν ζημιωθεί
ήταν ζημιωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ζημιώνωθα ζημιώνουμε, θα ζημιώνομεθα ζημιώνομαιθα ζημιωνόμαστε
θα ζημιώνειςθα ζημιώνετεθα ζημιώνεσαιθα ζημιώνεστε, θα ζημιωνόσαστε
θα ζημιώνειθα ζημιώνουν(ε)θα ζημιώνεταιθα ζημιώνονται
Fut
ur
θα ζημιώσωθα ζημιώσουμε, θα ζημιώσομεθα ζημιωθώθα ζημιωθούμε
θα ζημιώσειςθα ζημιώσετεθα ζημιωθείςθα ζημιωθείτε
θα ζημιώσειθα ζημιώσουνθα ζημιωθείθα ζημιωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ζημιώσει
θα έχω ζημιωμένο
θα έχουμε ζημιώσει
θα έχουμε ζημιωμένο
θα έχω ζημιωθεί
θα είμαι ζημιωμένος, -η
θα έχουμε ζημιωθεί
θα είμαστε ζημιωμένοι, -ες
θα έχεις ζημιώσει
θα έχεις ζημιωμένο
θα έχετε ζημιώσει
θα έχετε ζημιωμένο
θα έχεις ζημιωθεί
θα είσαι ζημιωμένος, -η
θα έχετε ζημιωθεί
θα είστε ζημιωμένοι, -ες
θα έχει ζημιώσει
θα έχει ζημιωμένο
θα έχουν ζημιώσει
θα έχουν ζημιωμένο
θα έχει ζημιωθεί
θα είναι ζημιωμένος, -η, -ο
θα έχουν ζημιωθεί
θα είναι ζημιωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ζημιώνωνα ζημιώνουμε, να ζημιώνομενα ζημιώνομαινα ζημιωνόμαστε
να ζημιώνειςνα ζημιώνετενα ζημιώνεσαινα ζημιώνεστε, να ζημιωνόσαστε
να ζημιώνεινα ζημιώνουν(ε)να ζημιώνεταινα ζημιώνονται
Aoristνα ζημιώσωνα ζημιώσουμε, να ζημιώσομενα ζημιωθώνα ζημιωθούμε
να ζημιώσειςνα ζημιώσετενα ζημιωθείςνα ζημιωθείτε
να ζημιώσεινα ζημιώσουν(ε)να ζημιωθείνα ζημιωθούν(ε)
Perfνα έχω ζημιώσει
να έχω ζημιωμένο
να έχουμε ζημιώσει
να έχουμε ζημιωμένο
να έχω ζημιωθεί
να είμαι ζημιωμένος, -η
να έχουμε ζημιωθεί
να είμαστε ζημιωμένοι, -ες
να έχεις ζημιώσει
να έχεις ζημιωμένο
να έχετε ζημιώσει
να έχετε ζημιωμένο
να έχεις ζημιωθεί
να είσαι ζημιωμένος, -η
να έχετε ζημιωθεί
να είστε ζημιωμένοι, -ες
να έχει ζημιώσει
να έχει ζημιωμένο
να έχουν ζημιώσει
να έχουν ζημιωμένο
να έχει ζημιωθεί
να είναι ζημιωμένος, -η, -ο
να έχουν ζημιωθεί
να είναι ζημιωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presζημίωνεζημιώνετεζημιώνεστε
Aoristζημίωσεζημιώστε, ζημιώσετεζημιώσουζημιωθείτε
Part
izip
Presζημιώνοντας
Perfέχοντας ζημιώσει, έχοντας ζημιωμένοζημιωμένος, -η, -οζημιωμένοι, -ες, -α
InfinAoristζημιώσειζημιωθεί





Griechische Definition zu ζημιώνω

ζημιώνω [zimióno & zimno] -ομαι : α. προκαλώ σε κπ. ζημία, απώλεια οικονομική ή ηθική· (πρβ. βλάπτω): Δε θέλω να σας ζημιώσω, να σας κάνω να υποστείτε οικονομική απώλεια. Οι ενέργειές του ζημιώνουν πρώτα απ΄ όλα τον ίδιο, βλάπτουν. β. (ενεργ. ή παθ.) παθαίνω ζημιά, απώλεια οικονομική ή ηθική: Kάνε ό,τι σου λέω και δε θα ζημιωθείς / ζημιώσεις.

[μσν. ζημιώνω < αρχ. ζημι(ῶ) -ώνω]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback