ζημιώνω  Verb  [zimiono, zhmiwnw]

Ähnliche Bedeutung wie ζημιώνω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze beschädigen

... Zerknittern bedeutet, etwas durch Zusammendrücken zu beschädigen und viele unregelmäßige Falten zu machen. ...

... abgegeben wird, weil der Kreisprozess nicht ideal verläuft. Zu hohe Temperaturen würden den Motor beschädigen (Abreißen des Schmierfilms, Verbrennen der Ventile) ...

... nicht ideal verläuft. Zu hohe Temperaturen würden den Motor beschädigen (Abreißen des Schmierfilms, Verbrennen der Ventile). Bei Stirlingmotoren wird die ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΖΗΜΙΩΝΩ
I damage
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ζημιώνωζημιώνουμε, ζημιώνομεζημιώνομαιζημιωνόμαστε
ζημιώνειςζημιώνετεζημιώνεσαιζημιώνεστε, ζημιωνόσαστε
ζημιώνειζημιώνουν(ε)ζημιώνεταιζημιώνονται
Imper
fekt
ζημίωναζημιώναμεζημιωνόμουν(α)ζημιωνόμαστε, ζημιωνόμασταν
ζημίωνεςζημιώνατεζημιωνόσουν(α)ζημιωνόσαστε, ζημιωνόσασταν
ζημίωνεζημίωναν, ζημιώναν(ε)ζημιωνόταν(ε)ζημιώνονταν, ζημιωνόντανε, ζημιωνόντουσαν
Aoristζημίωσαζημιώσαμεζημιώθηκαζημιωθήκαμε
ζημίωσεςζημιώσατεζημιώθηκεςζημιωθήκατε
ζημίωσεζημίωσαν, ζημιώσαν(ε)ζημιώθηκεζημιώθηκαν, ζημιωθήκαν(ε)
Per
fect
έχω ζημιώσει
έχω ζημιωμένο
έχουμε ζημιώσει
έχουμε ζημιωμένο
έχω ζημιωθεί
είμαι ζημιωμένος, -η
έχουμε ζημιωθεί
είμαστε ζημιωμένοι, -ες
έχεις ζημιώσει
έχεις ζημιωμένο
έχετε ζημιώσει
έχετε ζημιωμένο
έχεις ζημιωθεί
είσαι ζημιωμένος, -η
έχετε ζημιωθεί
είστε ζημιωμένοι, -ες
έχει ζημιώσει
έχει ζημιωμένο
έχουν ζημιώσει
έχουν ζημιωμένο
έχει ζημιωθεί
είναι ζημιωμένος, -η, -ο
έχουν ζημιωθεί
είναι ζημιωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ζημιώσει
είχα ζημιωμένο
είχαμε ζημιώσει
είχαμε ζημιωμένο
είχα ζημιωθεί
ήμουν ζημιωμένος, -η
είχαμε ζημιωθεί
ήμαστε ζημιωμένοι, -ες
είχες ζημιώσει
είχες ζημιωμένο
είχατε ζημιώσει
είχατε ζημιωμένο
είχες ζημιωθεί
ήσουν ζημιωμένος, -η
είχατε ζημιωθεί
ήσαστε ζημιωμένοι, -ες
είχε ζημιώσει
είχε ζημιωμένο
είχαν ζημιώσει
είχαν ζημιωμένο
είχε ζημιωθεί
ήταν ζημιωμένος, -η, -ο
είχαν ζημιωθεί
ήταν ζημιωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ζημιώνωθα ζημιώνουμε, θα ζημιώνομεθα ζημιώνομαιθα ζημιωνόμαστε
θα ζημιώνειςθα ζημιώνετεθα ζημιώνεσαιθα ζημιώνεστε, θα ζημιωνόσαστε
θα ζημιώνειθα ζημιώνουν(ε)θα ζημιώνεταιθα ζημιώνονται
Fut
ur
θα ζημιώσωθα ζημιώσουμε, θα ζημιώσομεθα ζημιωθώθα ζημιωθούμε
θα ζημιώσειςθα ζημιώσετεθα ζημιωθείςθα ζημιωθείτε
θα ζημιώσειθα ζημιώσουνθα ζημιωθείθα ζημιωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ζημιώσει
θα έχω ζημιωμένο
θα έχουμε ζημιώσει
θα έχουμε ζημιωμένο
θα έχω ζημιωθεί
θα είμαι ζημιωμένος, -η
θα έχουμε ζημιωθεί
θα είμαστε ζημιωμένοι, -ες
θα έχεις ζημιώσει
θα έχεις ζημιωμένο
θα έχετε ζημιώσει
θα έχετε ζημιωμένο
θα έχεις ζημιωθεί
θα είσαι ζημιωμένος, -η
θα έχετε ζημιωθεί
θα είστε ζημιωμένοι, -ες
θα έχει ζημιώσει
θα έχει ζημιωμένο
θα έχουν ζημιώσει
θα έχουν ζημιωμένο
θα έχει ζημιωθεί
θα είναι ζημιωμένος, -η, -ο
θα έχουν ζημιωθεί
θα είναι ζημιωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ζημιώνωνα ζημιώνουμε, να ζημιώνομενα ζημιώνομαινα ζημιωνόμαστε
να ζημιώνειςνα ζημιώνετενα ζημιώνεσαινα ζημιώνεστε, να ζημιωνόσαστε
να ζημιώνεινα ζημιώνουν(ε)να ζημιώνεταινα ζημιώνονται
Aoristνα ζημιώσωνα ζημιώσουμε, να ζημιώσομενα ζημιωθώνα ζημιωθούμε
να ζημιώσειςνα ζημιώσετενα ζημιωθείςνα ζημιωθείτε
να ζημιώσεινα ζημιώσουν(ε)να ζημιωθείνα ζημιωθούν(ε)
Perfνα έχω ζημιώσει
να έχω ζημιωμένο
να έχουμε ζημιώσει
να έχουμε ζημιωμένο
να έχω ζημιωθεί
να είμαι ζημιωμένος, -η
να έχουμε ζημιωθεί
να είμαστε ζημιωμένοι, -ες
να έχεις ζημιώσει
να έχεις ζημιωμένο
να έχετε ζημιώσει
να έχετε ζημιωμένο
να έχεις ζημιωθεί
να είσαι ζημιωμένος, -η
να έχετε ζημιωθεί
να είστε ζημιωμένοι, -ες
να έχει ζημιώσει
να έχει ζημιωμένο
να έχουν ζημιώσει
να έχουν ζημιωμένο
να έχει ζημιωθεί
να είναι ζημιωμένος, -η, -ο
να έχουν ζημιωθεί
να είναι ζημιωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presζημίωνεζημιώνετεζημιώνεστε
Aoristζημίωσεζημιώστε, ζημιώσετεζημιώσουζημιωθείτε
Part
izip
Presζημιώνοντας
Perfέχοντας ζημιώσει, έχοντας ζημιωμένοζημιωμένος, -η, -οζημιωμένοι, -ες, -α
InfinAoristζημιώσειζημιωθεί




Griechische Definition zu ζημιώνω

ζημιώνω [zimióno & zimno] -ομαι : α. προκαλώ σε κπ. ζημία, απώλεια οικονομική ή ηθική· (πρβ. βλάπτω): Δε θέλω να σας ζημιώσω, να σας κάνω να υποστείτε οικονομική απώλεια. Οι ενέργειές του ζημιώνουν πρώτα απ΄ όλα τον ίδιο, βλάπτουν. β. (ενεργ. ή παθ.) παθαίνω ζημιά, απώλεια οικονομική ή ηθική: Kάνε ό,τι σου λέω και δε θα ζημιωθείς / ζημιώσεις.

[μσν. ζημιώνω < αρχ. ζημι(ῶ) -ώνω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ζημιώνω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15