ευχαριστώ  Verb  [efcharisto, eyxaristw]


Beispielsätze ευχαριστώ

... Σας ευχαριστώ θερμά. ...

... Σας ευχαριστώ ολόψυχα. ...

... Σας ευχαριστώ πολύ για τη βοήθειά σας. ...

Quelle: enteka, enteka, mululatv


Beispielsätze danke

... Ich danke dir. ...

... Ah, ich danke Ihnen, mein Lieber. ...

... Ich danke Ihnen im Namen meines Sohns. ...

Quelle: MUIRIEL, manuk7, jerom

Grammatik


ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
I thank
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
../efxaristo59/index">ευχαριστώευχαριστούμεευχαριστούμαιευχαριστούμαστε
ευχαριστείςευχαριστείτεευχαριστείσαιευχαριστείστε
ευχαριστείευχαριστούν(ε)ευχαριστείταιευχαριστούνται
Imper
fekt
ευχαριστούσαευχαριστούσαμεευχαριστούμουνευχαριστούμαστε
ευχαριστούσεςευχαριστούσατε
ευχαριστούσεευχαριστούσαν(ε)ευχαριστούνταν, ευχαριστείτοευχαριστούνταν, ευχαριστούντο
Aoristευχαρίστησαευχαριστήσαμεευχαριστήθηκαευχαριστηθήκαμε
ευχαρίστησεςευχαριστήσατεευχαριστήθηκεςευχαριστηθήκατε
ευχαρίστησεευχαρίστησαν, ευχαριστήσαν(ε)ευχαριστήθηκεευχαριστήθηκαν, ευχαριστηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω ευχαριστήσει
έχω ευχαριστημένο
έχουμε ευχαριστήσει
έχουμε ευχαριστημένο
έχω ευχαριστηθεί
είμαι ευχαριστημένος, -η
έχουμε ευχαριστηθεί
είμαστε ευχαριστημένοι, -ες
έχεις ευχαριστήσει
έχεις ευχαριστημένο
έχετε ευχαριστήσει
έχετε ευχαριστημένο
έχεις ευχαριστηθεί
είσαι ευχαριστημένος, -η
έχετε ευχαριστηθεί
είστε ευχαριστημένοι, -ες
έχει ευχαριστήσει
έχει ευχαριστημένο
έχουν ευχαριστήσει
έχουν ευχαριστημένο
έχει ευχαριστηθεί
είναι ευχαριστημένος, -η, -ο
έχουν ευχαριστηθεί
είναι ευχαριστημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα ευχαριστήσει
είχα ευχαριστημένο
είχαμε ευχαριστήσει
είχαμε ευχαριστημενο
είχα ευχαριστηθεί
ήμουν ευχαριστημένος, -η
είχαμε ευχαριστηθεί
ήμαστε ευχαριστημένοι, -ες
είχες ευχαριστήσει
είχες ευχαριστημένο
είχατε ευχαριστήσει
είχατε ευχαριστημένο
είχες ευχαριστηθεί
ήσουν ευχαριστημένος, -η
είχατε ευχαριστηθεί
ήσαστε ευχαριστημένοι, -ες
είχε ευχαριστήσει
είχε ευχαριστημένο
είχαν ευχαριστήσει
είχαν ευχαριστημένο
είχε ευχαριστηθεί
ήταν ευχαριστημένος, -η, -ο
είχαν ευχαριστηθεί
ήταν ευχαριστημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ευχαριστώθα ευχαριστούμεθα ευχαριστούμαιθα ευχαριστούμαστε
θα ευχαριστείςθα ευχαριστείτεθα ευχαριστείσαιθα ευχαριστείστε
θα ευχαριστείθα ευχαριστούν(ε)θα ευχαριστείταιθα ευχαριστούνται
Fut
ur
θα ευχαριστήσωθα ευχαριστήσουμεθα ευχαριστηθώθα ευχαριστηθούμε
θα ευχαριστήσειςθα ευχαριστήσετεθα ευχαριστηθείςθα ευχαριστηθείτε
θα ευχαριστήσειθα ευχαριστήσουν(ε)θα ευχαριστηθείθα ευχαριστηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ευχαριστήσει
θα έχω ευχαριστημένο
θα έχουμε ευχαριστήσει
θα έχουμε ευχαριστημένο
θα έχω ευχαριστηθεί
θα είμαι ευχαριστημένος, -η
θα έχουμε ευχαριστηθεί
θα είμαστε ευχαριστημένοι, -ες
θα έχεις ευχαριστήσει
θα έχεις ευχαριστημένο
θα έχετε ευχαριστήσει
θα έχετε ευχαριστημένο
θα έχεις ευχαριστηθεί
θα είσαι ευχαριστημένος, -η
θα έχετε ευχαριστηθεί
θα είστε ευχαριστημένοι, -η
θα έχει ευχαριστήσει
θα έχει ευχαριστημένο
θα έχουν ευχαριστήσει
θα έχουν ευχαριστημένο
θα έχει ευχαριστηθεί
θα είναι ευχαριστημένος, -η, -ο
θα έχουν ευχαριστηθεί
θα είναι ευχαριστημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ευχαριστώνα ευχαριστούμενα ευχαριστούμαινα ευχαριστούμαστε
να ευχαριστείςνα ευχαριστείτενα ευχαριστείσαινα ευχαριστείστε
να ευχαριστείνα ευχαριστούν(ε)να ευχαριστείταινα ευχαριστούνται
Aoristνα ευχαριστήσωνα ευχαριστήσουμε, να ευχαριστήσομενα ευχαριστηθώνα ευχαριστηθούμε
να ευχαριστήσειςνα ευχαριστήσετενα ευχαριστηθείςνα ευχαριστηθείτε
να ευχαριστήσεινα ευχαριστήσουν(ε)να ευχαριστηθείνα ευχαριστηθούν(ε)
Perfνα έχω ευχαριστήσει
να έχω ευχαριστημένο
να έχουμε ευχαριστήσει
να έχουμε ευχαριστημένο
να έχω ευχαριστηθεί
να είμαι ευχαριστημένος, -η
να έχουμε ευχαριστηθεί
να είμαστε ευχαριστημενοι, -ες
να έχεις ευχαριστήσει
να έχεις ευχαριστημένο
να έχετε ευχαριστήσει
να έχετε ευχαριστημένο
να έχεις ευχαριστηθεί
να είσαι ευχαριστημένος, -η
να έχετε ευχαριστηθεί
να είστε ευχαριστημένοι, -ες
να έχει ευχαριστήσει
να έχει ευχαριστημένο
να έχουν ευχαριστήσει
να έχουν ευχαριστημένο
να έχει ευχαριστηθεί
να είναι ευχαριστημένος, -η, -ο
να έχουν ευχαριστηθεί
να είναι ευχαριστημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presευχαριστείτεευχαριστείστε
Aoristευχαρίστησεευχαριστήστε, ευχαριστήσετεευχαριστήσουευχαριστηθείτε
Part
izip
Presευχαριστώντας
Perfέχοντας ευχαριστήσει, έχοντας ευχαριστημένοευχαριστημένος, -η, -οευχαριστημένοι, -ες, -α
InfinAoristευχαριστήσειευχαριστηθεί



Person Wortform
Präsens ich danke
du dankst
er, sie, es dankt
Präteritum ich dankte
Konjunktiv II ich dankte
Imperativ Singular dank!
danke!
Plural dankt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gedankt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:danken


Griechische Definition zu ευχαριστώ

ευχαριστώ [efxaristó] -ούμαι .1β (παθ. στη σημ. II) : I.εκφράζω τις ευχαριστίες μου σε κπ., για κτ. που μου πρόσφερε, μου είπε κτλ.: Σε ευχαριστώ θερμά / από τα βάθη της καρδιάς μου για τη βοήθειά σου / για το δώρο σου. Δε βρίσκω λόγια να σε ευχαριστήσω. Σε ευχαριστώ εκ των προτέρων. Θέλω να σε ευχαριστήσω (για…). Mη με ευχαριστείς, δεν έκανα τίποτε σπουδαίο / ήταν υποχρέωσή μου. (ευγενικός τρόπος για να αρνηθούμε κτ. ή ειρωνικά και με πικρία για κάποια αρνητική για μας συμπεριφορά): Θέλεις να σε βοηθήσω; - Όχι, σε ευχαριστώ. Kάτι σου ζήτησα και δεν μου το έφερες, ευχαριστώ, δεν πειράζει. Σε ευχαριστώ για όσα διαδίδεις σε βάρος μου. || εκφράζω ευγνωμοσύνη: Nα ευχαριστείς το Θεό που σου δίνει υγεία. Σε ευχαριστώ Θεέ μου. ευχαριστώ την τύχη μου. || (συνήθ. σε επιφ. πρότ.): ευχαριστώ / ευχαριστώ πολύ! Tι κάνεις; -Kαλά, ευχαριστώ! Θέλετε να σας προσφέρω κάτι; - Όχι, ευχαριστώ. Ένα τσιγάρο; -ευχαριστώ δεν καπνίζω. (ειρ.) ευχαριστώ, να λείπει η βοήθεια. Ευχαριστούμε, αυτό το ξέραμε κι εμείς, όταν μας υποδεικνύουν κτ. αυτονόητο. || (ως ουσ.) το ευχαριστώ, λόγια ευχαριστίας: Θέλω να σου πω ένα (μεγάλο) ευχαριστώ. Δεν είπε / δεν άκουσα (από τα χείλη του / από το στόμα του) ούτε ένα ευχαριστώ. Aυτό ήταν το ευχαριστώ, για όσα έκανα για σένα;, για αγνωμοσύνη ή για κακή συμπεριφορά. II1α. προξενώ σε κπ. ευχαρίστηση, χαρά: Mε ευχαρίστησες με το δώρο σου. Tα νέα σου με ευχαρίστησαν. Πολύ ευχαριστήθηκα που σε είδα, χάρηκα. Kάνει ό,τι μπορεί για να μας ευχαριστήσει. β. για κτ. που ευχαριστεί κπ., που του αρέσει: Mε ευχαριστεί πολύ ο πρωινός περίπατος. || χαίρομαι2: Ευχαριστείται να φιλοξενεί φίλους. Ευχαριστιέσαι να τον ακούς να μιλάει. γ. (παθ., συνήθ. μππ.) είμαι ικανοποιημένος από κπ. ή από κτ.: Είναι άνθρωπος ανικανοποίητος, δεν ευχαριστιέται με τίποτε. Είμαι ευχαριστημένος από τη δουλειά μου / από τα παιδιά μου. 2. (παθ.) απολαμβάνω κτ. ή κπ.: Πολύ καλό εστιατόριο, το ευχαριστηθήκαμε το φαγητό. Ευχαριστήθηκα ύπνο σήμερα. Mη φεύγεις τόσο γρήγορα, δεν πρόλαβα να σε ευχαριστηθώ. || Aχ! καλά να πάθει, πολύ ευχαριστήθηκα, χαιρέκακη παρατήρηση για κάποιο πάθημα ανθρώπου που δε συμπαθούμε.

[ελνστ. εὐχαριστῶ & λόγ. σημδ. γαλλ. remercier, merci, faire plaisir]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ευχαριστώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15