ερειπώνω Verb  [eripono, ereipwnw]

  Verb
(0)

Etymologie zu ερειπώνω

ερειπώνω ερείπιο + -ώνω


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
καταστρέφω
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu ερειπώνω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ερειπώνωερειπώνουμε, ερειπώνομεερειπώνομαιερειπωνόμαστε
ερειπώνειςερειπώνετεερειπώνεσαιερειπώνεστε, ερειπωνόσαστε
ερειπώνειερειπώνουν(ε)ερειπώνεταιερειπώνονται
Imper
fekt
ερείπωναερειπώναμεερειπωνόμουν(α)ερειπωνόμαστε, ερειπωνόμασταν
ερείπωνεςερειπώνατεερειπωνόσουν(α)ερειπωνόσαστε, ερειπωνόσασταν
ερείπωνεερείπωναν, ερειπώναν(ε)ερειπωνόταν(ε)ερειπώνονταν, ερειπωνόντανε, ερειπωνόντουσαν
Aoristερείπωσαερειπώσαμεερειπώθηκαερειπωθήκαμε
ερείπωσεςερειπώσατεερειπώθηκεςερειπωθήκατε
ερείπωσεερείπωσαν, ερειπώσαν(ε)ερειπώθηκεερειπώθηκαν, ερειπωθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω ερειπώσει
έχω ερειπωμένο
έχουμε ερειπώσει
έχουμε ερειπωμένο
έχω ερειπωθεί
είμαι ερειπωμένος, -η
έχουμε ερειπωθεί
είμαστε ερειπωμένοι, -ες
έχεις ερειπώσει
έχεις ερειπωμένο
έχετε ερειπώσει
έχετε ερειπωμένο
έχεις ερειπωθεί
είσαι ερειπωμένος, -η
έχετε ερειπωθεί
είστε ερειπωμένοι, -ες
έχει ερειπώσει
έχει ερειπωμένο
έχουν ερειπώσει
έχουν ερειπωμένο
έχει ερειπωθεί
είναι ερειπωμένος, -η, -ο
έχουν ερειπωθεί
είναι ερειπωμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα ερειπώσει
είχα ερειπωμένο
είχαμε ερειπώσει
είχαμε ερειπωμένο
είχα ερειπωθεί
ήμουν ερειπωμένος, -η
είχαμε ερειπωθεί
ήμαστε ερειπωμένοι, -ες
είχες ερειπώσει
είχες ερειπωμένο
είχατε ερειπώσει
είχατε ερειπωμένο
είχες ερειπωθεί
ήσουν ερειπωμένος, -η
είχατε ερειπωθεί
ήσαστε ερειπωμένοι, -ες
είχε ερειπώσει
είχε ερειπωμένο
είχαν ερειπώσει
είχαν ερειπωμένο
είχε ερειπωθεί
ήταν ερειπωμένος, -η, -ο
είχαν ερειπωθεί
ήταν ερειπωμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ερειπώνωθα ερειπώνουμε, θα ερειπώνομεθα ερειπώνομαιθα ερειπωνόμαστε
θα ερειπώνειςθα ερειπώνετεθα ερειπώνεσαιθα ερειπώνεστε, θα ερειπωνόσαστε
θα ερειπώνειθα ερειπώνουν(ε)θα ερειπώνεταιθα ερειπώνονται
Fut
ur
θα ερειπώσωθα ερειπώσουμε, θα ερειπώσομεθα ερειπωθώθα ερειπωθούμε
θα ερειπώσειςθα ερειπώσετεθα ερειπωθείςθα ερειπωθείτε
θα ερειπώσειθα ερειπώσουνθα ερειπωθείθα ερειπωθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ερειπώσει
θα έχω ερειπωμένο
θα έχουμε ερειπώσει
θα έχουμε ερειπωμένο
θα έχω ερειπωθεί
θα είμαι ερειπωμένος, -η
θα έχουμε ερειπωθεί
θα είμαστε ερειπωμένοι, -ες
θα έχεις ερειπώσει
θα έχεις ερειπωμένο
θα έχετε ερειπώσει
θα έχετε ερειπωμένο
θα έχεις ερειπωθεί
θα είσαι ερειπωμένος, -η
θα έχετε ερειπωθεί
θα είστε ερειπωμένοι, -ες
θα έχει ερειπώσει
θα έχει ερειπωμένο
θα έχουν ερειπώσει
θα έχουν ερειπωμένο
θα έχει ερειπωθεί
θα είναι ερειπωμένος, -η, -ο
θα έχουν ερειπωθεί
θα είναι ερειπωμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ερειπώνωνα ερειπώνουμε, να ερειπώνομενα ερειπώνομαινα ερειπωνόμαστε
να ερειπώνειςνα ερειπώνετενα ερειπώνεσαινα ερειπώνεστε, να ερειπωνόσαστε
να ερειπώνεινα ερειπώνουν(ε)να ερειπώνεταινα ερειπώνονται
Aoristνα ερειπώσωνα ερειπώσουμε, να ερειπώσομενα ερειπωθώνα ερειπωθούμε
να ερειπώσειςνα ερειπώσετενα ερειπωθείςνα ερειπωθείτε
να ερειπώσεινα ερειπώσουν(ε)να ερειπωθείνα ερειπωθούν(ε)
Perfνα έχω ερειπώσει
να έχω ερειπωμένο
να έχουμε ερειπώσει
να έχουμε ερειπωμένο
να έχω ερειπωθεί
να είμαι ερειπωμένος, -η
να έχουμε ερειπωθεί
να είμαστε ερειπωμένοι, -ες
να έχεις ερειπώσει
να έχεις ερειπωμένο
να έχετε ερειπώσει
να έχετε ερειπωμένο
να έχεις ερειπωθεί
να είσαι ερειπωμένος, -η
να έχετε ερειπωθεί
να είστε ερειπωμένοι, -ες
να έχει ερειπώσει
να έχει ερειπωμένο
να έχουν ερειπώσει
να έχουν ερειπωμένο
να έχει ερειπωθεί
να είναι ερειπωμένος, -η, -ο
να έχουν ερειπωθεί
να είναι ερειπωμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presερείπωνεερειπώνετεερειπώνεστε
Aoristερείπωσεερειπώστε, ερειπώσετεερειπώσουερειπωθείτε
Part
izip
Presερειπώνοντας
Perfέχοντας ερειπώσει, έχοντας ερειπωμένοερειπωμένος, -η, -οερειπωμένοι, -ες, -α
InfinAoristερειπώσειερειπωθεί





Griechische Definition zu ερειπώνω

ερειπώνω [eripóno] -ομαι : μεταβάλλω (ένα κτίσμα, ιδίως κτίριο) σε ερείπιο: Mια παλιά σχεδόν ερειπωμένη εκκλησία. || (προφ.) γίνομαι ερείπιο: Ερείπωσε το σπίτι στο χωριό.

[λόγ. < ελνστ. ἐρειπ(ῶ) -ώνω]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback