εξεγείρω  Verb  [eksegiro, eksejiro, eksegeirw]

Ähnliche Bedeutung wie εξεγείρω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze aufhetzen

... gegen Luke aufbringen. Als die Brüder der Stadt auch noch die Indianer aufhetzen, kann Lucky Luke die Daltons ausschalten und so letztlich alles zum Guten ...

... zur Zerstörung der Gesellschaft beizutragen. Sein Arsenal reicht vom Aufhetzen von Nachbarschaften bis hin zur freigiebigen Verteilung von Drogen an ...

... viele mächtige Zauber haben, will sie Crowley gegen die beiden Brüder aufhetzen, um an diese mächtigen Zauber zu gelangen. Der hat aber nun genug von ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΞΕΓΕΙΡΩ
I rouse
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εξεγείρωεξεγείρουμε, εξεγείρομεεξεγείρομαιεξεγειρόμαστε
εξεγείρειςεξεγείρετεεξεγείρεσαιεξεγείρεστε, εξεγειρόσαστε
εξεγείρειεξεγείρουν(ε)εξεγείρεταιεξεγείρονται
Imper
fekt
εξήγειρα, εξέγειραεξεγείραμεεξεγειρόμουν(α)εξεγειρόμαστε
εξήγειρες, εξέγειρεςεξεγείρατεεξεγειρόσουν(α)εξεγειρόσαστε
εξήγειρε, εξέγειρεεξήγειραν, εξεγείραν(ε)εξεγειρόταν(ε)εξεγείρονταν
Aoristεξήγειρα, εξέγειραεξεγείραμεεξεγέρθηκαεξεγερθήκαμε
εξήγειρες, εξέγειρεςεξεγείρατεεξεγέρθηκεςεξεγερθήκατε
εξήγειρε, εξέγειρεεξήγειραν, εξεγείραν(ε)εξεγέρθηκεεξεγέρθηκαν, εξεγερθήκαν(ε)
Per
fect
έχω εξεγείρειέχουμε εξεγείρειέχω εξεγερθεί
είμαι εξεγερμένος, -η
έχουμε εξεγερθεί
είμαστε εξεγερμένοι, -ες
έχεις εξεγείρειέχετε εξεγείρειέχεις εξεγερθεί
είσαι εξεγερμένος, -η
έχετε εξεγερθεί
είστε εξεγερμένοι, -ες
έχει εξεγείρειέχουν εξεγείρειέχει εξεγερθεί
είναι εξεγερμένος, -η, -ο
έχουν εξεγερθεί
είναι εξεγερμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εξεγείρειείχαμε εξεγείρειείχα εξεγερθεί
ήμουν εξεγερμένος, -η
είχαμε εξεγερθεί
ήμαστε εξεγερμένοι, -ες
είχες εξεγείρειείχατε εξεγείρειείχες εξεγερθεί
ήσουν εξεγερμένος, -η
είχατε εξεγερθεί
ήσαστε εξεγερμένοι, -ες
είχε εξεγείρειείχαν εξεγείρειείχε εξεγερθεί
ήταν εξεγερμένος, -η, -ο
είχαν εξεγερθεί
ήταν εξεγερμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εξεγείρωθα εξεγείρουμε, θα εξεγείρομεθα εξεγείρομαιθα εξεγειρόμαστε
θα εξεγείρειςθα εξεγείρετεθα εξεγείρεσαιθα εξεγείρεστε, θα εξεγειρόσαστε
θα εξεγείρειθα εξεγείρουν(ε)θα εξεγείρεταιθα εξεγείρονται
Fut
ur
θα εξεγείρωθα εξεγείρουμε, θα εξεγείρομεθα εξεγερθώθα εξεγερθούμε
θα εξεγείρειςθα εξεγείρετεθα εξεγερθείςθα εξεγερθείτε
θα εξεγείρειθα εξεγείρουν(ε)θα εξεγερθείθα εξεγερθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εξεγείρειθα έχουμε εξεγείρειθα έχω εξεγερθεί
θα είμαι εξεγερμένος, -η
θα έχουμε εξεγερθεί
θα είμαστε εξεγερμένοι, -ες
θα έχεις εξεγείρειθα έχετε εξεγείρειθα έχεις εξεγερθεί
θα είσαι εξεγερμένος, -η
θα έχετε εξεγερθεί
θα είστε εξεγερμένοι, -ες
θα έχει εξεγείρειθα έχουν εξεγείρειθα έχει εξεγερθεί
θα είναι εξεγερμένος, -η, -ο
θα έχουν εξεγερθεί
θα είναι εξεγερμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εξεγείρωνα εξεγείρουμε, να εξεγείρομενα εξεγείρομαινα εξεγειρόμαστε
να εξεγείρειςνα εξεγείρετενα εξεγείρεσαινα εξεγείρεστε, να εξεγειρόσαστε
να εξεγείρεινα εξεγείρουν(ε)να εξεγείρεταινα εξεγείρονται
Aoristνα εξεγείρωνα εξεγείρουμε, να εξεγείρομενα εξεγερθώνα εξεγερθούμε
να εξεγείρειςνα εξεγείρετενα εξεγερθείςνα εξεγερθείτε
να εξεγείρεινα εξεγείρουν(ε)να εξεγερθείνα εξεγερθούν(ε)
Perfνα έχω εξεγείρεινα έχουμε εξεγείρεινα έχω εξεγερθεί
να είμαι εξεγερμένος, -η
να έχουμε εξεγερθεί
να είμαστε εξεγερμένοι, -ες
να έχεις εξεγείρεινα έχετε εξεγείρεινα έχεις εξεγερθεί
να είσαι εξεγερμένος, -η
να έχετε εξεγερθεί
να είστε εξεγερμένοι, -ες
να έχει εξεγείρεινα έχουν εξεγείρεινα έχει εξεγερθεί
να είναι εξεγερμένος, -η, -ο
να έχουν εξεγερθεί
να είναι εξεγερμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεξέγειρεεξεγείρετεεξεγείρεστε
Aoristεξέγειρεεξεγείρετε(εξεγέρσου)εξεγερθείτε
Part
izip
Presεξεγείρονταςεξεγειρόμενος
Perfέχοντας εξεγείρειεξεγερμένος, -η, -οεξεγερμένοι, -ες, -α
InfinAoristεξεγείρειεξεγερθεί




Griechische Definition zu εξεγείρω

εξεγείρω [eksejíro] -ομαι Ρ (βλ. εγείρω) (συνήθ. παθ.) : α.παρακινώ κπ. να επαναστατήσει· ξεσηκώνω: Ο λαός εξεγέρθηκε εναντίον του τυράννου, επαναστάτησε. β. προκαλώ θυμό ή έντονη αντίδραση: Mε εξεγείρει η συμπεριφορά του. Εξεγείρομαι, όταν ακούω τους καταχραστές να μιλάνε για τιμιότητα, θυμώνω ή αντιδρώ έντονα. Εξεγείρεται η συνείδηση κάποιου.

[λόγ. < αρχ. ἐξεγείρω `ξεσηκώνω απ΄ τον ύπνο΄ σημδ. γαλλ. soulever]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εξεγείρω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15